Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Ο μεγάλος Βρετανός συγγραφέας Julian Barnes ξεκαθαρίζει στην αρχή του βιβλίου ότι αυτό θα είναι και το τελευταίο του βιβλίο και, μετά τα όσα γράφει στις τελευταίες σελίδες, δεν μπορώ παρά να το πιστέψω. Ο Τζουλς, θέλει το τελευταίο του βιβλίο να είναι ολοκληρωμένο. Δε θέλει να το αφήσει στη μέση πριν προλάβει να πει όλα όσα θέλει να πει, κι έτσι το κάνει όσο είναι καιρός. Όσο έχει ακόμα σώας τας φρένας, όπως γράφουν συνήθως στις διαθήκες, ή αν θέλετε, όσο ακόμα έχει τη μνήμη του και την ταυτότητά του.
Ο αναγνώστης ξεκινάει να διαβάζει περιμένοντας να διαβάσει ένα βιβλίο μυθοπλασίας, όπως τουλάχιστον λέει και το οπισθόφυλλο. Περιμένει να διαβάσει την ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, δυο ανθρώπων που ερωτεύονται όταν είναι νέοι, χωρίζουν και ξαναβρίσκονται μετά από πολλά χρόνια και πάλι. Και τις δύο φορές με τη μεσολάβηση του συγγραφέα – αφηγητή.
Κι εδώ είναι που παρουσιάζεται μια σύγχυση όσον αφορά στο είδος του βιβλίο. Είναι μυθοπλασία ή είναι αυτοβιογραφία; Ο αφηγητής της ιστορίας φαίνεται να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που μιλάει για προσωπικές εμπειρίες, για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα, αλλά και τις δικές του απόψεις.
Ο συγγραφέας δεν κρύβεται. Μιλάει για τη δική του διάγνωση με μια μορφή καρκίνου του αίματος, που ανακάλυψε κατά τη διάρκεια του lockdown, για την απώλεια της συζύγου του και για το πώς το σώμα αρχίζει να «μας απογοητεύει». Είναι κατά κάποιον τρόπο ένας απολογισμός, όπου αναμετριέται με την αξιοπιστία της μνήμης, ένα θέμα στο οποίο επιστρέφει ξανά και ξανά, και την αποδοχή του τέλους.
Ο Julian Barnes προσεγγίζει την ακούσια μνήμη με έναν τρόπο που θυμίζει τον Προυστ, αλλά με τη δική του, πιο σκεπτικιστική και ειρωνική ματιά. Για τον Barnes, η ακούσια μνήμη δεν είναι απλώς μια «πύλη» προς το παρελθόν, αλλά ένας μηχανισμός που μας αιφνιδιάζει και συχνά μας εκθέτει. Υποστηρίζει ότι οι πιο αληθινές αναμνήσεις δεν είναι αυτές που ανακαλούμε εσκεμμένα, η «εκούσια» μνήμη δηλαδή που συχνά είναι φιλτραρισμένη και ωραιοποιημένη, αλλά εκείνες που εισβάλλουν απρόσκλητες. Αυτές που θα επανέλθουν στη μνήμη μας εξαιτίας μιας μυρωδιάς, ή μιας γεύσης που μπορεί να μας οδηγήσει πίσω σε κάτι που συνέβη πριν πολλά χρόνια! Για τον συγγραφέα, η ακούσια μνήμη είναι αυτή που διασώζει την «υφή» της ζωής, τα συναισθήματα που έχουμε συνδέσει με μια ανάμνηση, ενώ η εκούσια μνήμη, η λογική, διασώζει μόνο τα γεγονότα.
Και φυσικά, όταν έρχεται η ώρα για την ιστορία του Στίβεν και της Τζιν βλέπουμε ότι η μνήμη παίζει κι εκεί τον ρόλο της. Και είναι λογικό, αφού αυτό που το ζευγάρι έχει μετά από 40 χρόνια είναι αναμνήσεις από την προηγούμενη φορά που ήταν μαζί.
Οι «Αναχωρήσεις» του Barnes είναι αυτές οι μεταβάσεις στο παρελθόν με αφορμή μια ακούσια ανάμνηση. Αυτές είναι οι μεταφορικές αναχωρήσεις, όμως πάντα υπάρχουν και οι κυριολεκτικές, με τις οποίες θα πρέπει να κάνει κανείς εκεχειρία. Με λίγα λόγια είναι ένα βιβλίο για τη μνήμη και την ταυτότητα.
Λίγα λόγια για το συγγραφέα
Ο Julian Barnes (Τζούλιαν Μπαρνς, 1946), είναι ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς. Σπούδασε Νομικά και Γαλλική Φιλολογία στην Οξφόρδη. Ήταν τρεις φορές υποψήφιος για το βραβείο Booker για τα μυθιστορήματα Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ(1984), England, England(1998) και Άρθουρ & Τζoρτζ(2005). Στην τέταρτη υποψηφιότητά του για το ίδιο βραβείο αναδείχθηκε νικητής για το μυθιστόρημά του με τίτλο Ένα κάποιο τέλος (2011). Έχει τιμηθεί με το βραβείο Ε. Μ. Forster (1986), το βραβείο David Cohen για τη συνεισφορά του στη λογοτεχνία (2011) και το Jerusalem Prize for the Freedom of the Individual in Society (2022).

