Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Το βιβλίο «Ηχώ» είναι το τρίτο βιβλίο του Στέφανου Αλεξιάδη που διαβάζω και οφείλω να ομολογήσω ότι μου έδωσε όλα αυτά που περίμενα να διαβάσω. Ένα βιβλίο που θίγει σύγχρονα θέματα που αφορούν τους νέους και που διαβάζεται πολύ γρήγορα, τόσο λόγω της πλοκής όσο και λόγω της ίδιας της ιστορίας του.
Η ηρωίδα του βιβλίου, η Αμελί Κοβαίου μένει με τον πατέρα της στη Δονούσα, όπου έχει μεγαλώσει, μέχρι που αποφασίζει να επιστρέψει στην πόλη που σπούδασε, τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, θέλει να κάνει μια νέα αρχή, τέτοια που θα τη βοηθήσει και με την τωρινή ασχολία της, που δεν είναι άλλη από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Αμελί είναι αυτό που λέμε ινφλουένσερ, επηρεάζει δηλαδή με τις αναρτήσεις της όσους την ακολουθούν, ενώ προωθεί προϊόντα από συνεργασίες που έχει με διάφορες εταιρείες. Δεν είναι αλήθειες όλα αυτά που μοιράζεται, όμως έχει δημιουργήσει μια περσόνα, μια εικόνα της που αρέσει στον κόσμο.
Πριν πάει στη Θεσσαλονίκη, είχε φροντίσει να ψάξει για το σπίτι που θα ήθελε να νοικιάσει, όμως τελικά, ο μεσίτης της της προσφέρει μια προσωρινή λύση, λόγω ενός λάθους. Αντί για το ωραίο διαμέρισμα που περίμενε, η Αμελί βρίσκεται σε μια μονοκατοικία στην Επτάλοφο, πολύ μεγάλη για ένα άτομο, που όμως κρύβει ένα τετράδιο γεμάτο μυστικά. Δεν είναι όμως τα μόνα μυστικά που υπάρχουν σε αυτή την ιστορία…
Η Αμελί και η ιστορία της αντικατοπτρίζουν πολλά από τα σημεία των καιρών μας. Από τη μια έχουμε την πλασματική εικόνα που πολλοί δείχνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που, πολλές φορές, δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, και άλλες απλά απέχει πολύ. Αυτή η ψεύτικη εικόνα κρύβει πολλά μέσα της για τον άνθρωπο που αντιπροσωπεύει και τον ψυχισμό του. Είναι μια εικόνα που δείχνει συνήθως μια βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας, μια ευτυχισμένη ζωή χωρίς προβλήματα και έγνοιες, μια ζωή σαν αυτή που κάποιος θα ήθελε να ζει, αλλά για κάποιον λόγο δεν μπορεί. Μια ζωή που ίσως είναι το εντελώς αντίθετο από την πραγματική ζωή κάποιου. Μια ζωή που «ζει» κάποιος, ενώ αποφεύγει να ζήσει την πραγματική του ζωή, αυτή που δεν υπάρχει στις οθόνες, αλλά στην πραγματικότητα. Αυτή όπου πρέπει να βγει έξω από το σπίτι, να σηκωθεί από τον καναπέ του για να συναντήσει ανθρώπους.
Η οθόνη μέσω της οποίας προβάλουμε αυτή την όποια εικόνα μας, είναι και η οθόνη πίσω από την οποία κρυβόμαστε. Μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο και η ψευδαίσθηση ότι δεν μας αγγίζει τίποτα και κανένας. Η ευκολία με την οποία κρίνουμε και «ακυρώνουμε» ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, είναι αυτή η ευκολία που μας δίνει μια οθόνη. Όταν δεν έχουμε τον άλλον απέναντί μας, αλλά τον γνωρίζουμε μόνο ως ένα λογαριασμό στα μέσα κοινωνική δικτύωσης, αισθανόμαστε ελεύθεροι να τον κρίνουμε με τα πιο σκληρά λόγια και τον κατηγορούμε για ό,τι μας φαίνεται άδικο, χωρίς να του δίνουμε την ευκαιρία να απολογηθεί ή έστω να δώσει τη δική του οπτική. Αυτό το φαινόμενο έχει γίνει πολύ έντονο τα τελευταία χρόνια. Και για κάποιο λόγο, όσοι ακολουθούν αυτή την πρακτική, νομίζουν ότι έχουν το ακαταλόγιστο; Νομίζουν ότι αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι επιλήψιμες; Ότι δεν μπορούν να τιμωρηθούν για όσα λένε και κάνουν; Ειλικρινά, δεν γνωρίζω τι από όλα ισχύει. Σίγουρα πάντως δεν τους νοιάζουν καθόλου τα αισθήματα των ανθρώπων στους οποίους επιτίθενται.
Κι έπειτα, έχουμε και τον μύθο του Νάρκισσου και της Ηχούς, μια τραγική ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα και ναρκισσισμού. Η Ηχώ ήταν μια νύμφη με μελωδική φωνή που τιμωρήθηκε από την Ήρα να επαναλαμβάνει μόνο τα τελευταία λόγια των άλλων. Ο Νάρκισσος ήταν ένας νέος με εξαιρετική ομορφιά, ο οποίος ήταν υπερβολικά υπερήφανος και απέρριπτε όλους τους θαυμαστές του. Η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο, αλλά εκείνος την απέρριψε σκληρά, οδηγώντας την στο να κρυφτεί στις σκιές και να σβήσει από τον πόνο, μένοντας μόνο ως φωνή. Ως τιμωρία για την αλαζονεία, ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε το είδωλό του σε μια λίμνη, αδυνατώντας να αποχωριστεί την εικόνα του, γεγονός που τον οδήγησε στον θάνατο. Μετά τον θάνατό του, μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο λουλούδι, τον νάρκισσο. Αυτά θα σας πω για τον μύθο, όμως δε θα πω πως ακριβώς συνδέεται ο μύθος με την ιστορία μας, γιατί νιώθω ότι θα προδώσω πολλά από την πλοκή.
Ένα μεγάλο μπράβο στον συγγραφέα για τα θέματα για τα οποία επέλεξε να μιλήσει και για τον τρόπο που το έκανε. Για μένα, ο Στέφανος Αλεξιάδης, είναι ένας από τους λίγους συγγραφείς που καταφέρνει να αναδείξει σύγχρονα θέματα, χωρίς να διδάσκει ούτε να νουθετεί. Συνέχισε έτσι Στέφανε!
Λίγα λόγια για το συγγραφέα
Ο Στέφανος Αλεξιάδης γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1993 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στην Ειδική Αγωγή και στα Προβλήματα Προφορικού και Γραπτού Λόγου στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Παράλληλα ολοκλήρωσε το τμήμα των Παιδαγωγικών στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος και έχει εκπαιδευτεί στο σύστημα γραφής και ανάγνωσης τυφλών Braille.
Το 2022 υπήρξε κεντρικός ομιλητής του 9ου συνεδρίου TEDx που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το TEDx talk του αφορούσε την αποδοχή του διαφορετικού.
Το πρώτο του βιβλίο, Τα φτερωτά σανδάλια, κυκλοφόρησε το 2021 και έναν χρόνο μετά απέσπασε το Βραβείο Ελληνικής Εφηβικής Λογοτεχνίας 2022 από τα Public. Στον ίδιο θεσμό, τρία χρόνια μετά, απέσπασε το βραβείο «Καλύτερο Ελληνικό Μυθιστόρημα» για το βιβλίο «Οιμωγή».

