Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
«Ο Στόουνερ» είναι ένα από αυτά τα βιβλία που έχω στα ράφια μου από χρόνια και που επιτέλους αποφάσισα να διαβάσω. Ο Williams έχει γράψει αρκετά σημαντικά έργα και είπα φέτος να κάνω την αρχή. Το επόμενο που θέλω να πιάσω είναι «Το Πέρασμα του Μακελάρη». Ευχηθείτε μου να πάει καλά αυτό, γιατί γενικά όταν κάνω πλάνα τι θέλω να διαβάσω, βγαίνω τελείως εκτός!
Ο Γουίλιαμ Στόουνερ είναι ένας άνθρωπος που έζησε κάνοντας αυτό που αγαπούσε, που δεν ήταν τίποτε άλλο από το να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία, ένα θέμα που, στο Πανεπιστήμιο ανακάλυψε πόσο του άρεσε. Δεν επιδίωξε ποτέ να ανέλθει στην ιεραρχία του Πανεπιστημίου, του έφτανε και η θέση του βοηθού καθηγητή. Αρκεί να ήταν κοντά στους φοιτητές και να δίδασκε τα θέματα που αγαπούσε. Ας είχε τουλάχιστον αυτό, αφού στο σπίτι δεν είχε αυτό που κάποτε ήλπιζε να έχει.
Ο Στόουνερ δεν είχε καν σκοπό να σπουδάσει. Μεγάλωσε σε μια φάρμα, ζώντας φτωχικά και με πολλή δουλειά, έχοντας στο νου του ότι θα ξεκούραζε τον πατέρα του αναλαμβάνοντας εκείνος όλες τις δουλειές. Όμως ο πατέρας του θέλησε ο Γουίλιαμ να σπουδάσει, να μάθει νέες τεχνικές και να καταφέρει περισσότερα απ’ ότι εκείνος. Τον Στόουνερ όμως τον μάγεψε η λογοτεχνία και σύντομα άλλαξε θέμα σπουδών και ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρε στη ζωή του.
Ένας άνθρωπος ήσυχος, που δεν ενοχλούσε κανέναν, δεν του άρεσαν οι προστριβές και θεωρούσε τα πράγματα απλά. Κάνεις αυτό που σε γεμίζει, έχεις μια ωραία ζωή. Αυτό ακολούθησε και ο ίδιος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Είχε και κάποιες άσχημες στιγμές, όμως όλα μες στη ζωή είναι. Η κοπέλα που ξύπνησε την επιθυμία μέσα του για πρώτη φορά, αποδείχτηκε πολύ διαφορετική όταν τελικά παντρεύτηκαν. Όμως ο Στόουνερ δεν πτοήθηκε. Απέκτησε μια κόρη που αγάπησε πολύ από αυτό το γάμο, και έκανε τις υποχωρήσεις που πίστευε ότι θα τον βοηθούσαν να έχει μια, όσο το δυνατόν, πιο ήρεμη ζωή.
Όσο η ανάγνωση προχωρούσε, έπιανα τον εαυτό μου να θυμώνει για χάρη του, να επαναστατεί με όσους βρίσκονταν γύρω του και δεν του φέρονταν σωστά. Όμως ο Στόουνερ δεν επαναστάτησε ποτέ. Συνέχισε να μένει πιστός σε όσα και όσους αγαπούσε, πάντα μέσα στο κουκούλι της λογοτεχνίας και της διδασκαλίας, χωρίς να δίνει και πολύ σημασία σε ότι συνέβαινε γύρω του. Ανεχόταν, ή αν θέλετε συμβιβαζόταν σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής του, πέρα από αυτά που πραγματικά αγαπούσε και τον αφορούσαν. Εξέφραζε τις ενστάσεις του, όμως δεν θα πήγαινε ένα βήμα παρακάτω, ούτε θα ερχόταν σε αντιπαράθεση για οτιδήποτε εκείνος θεωρούσε δευτερεύον. Ακόμα κι αν επρόκειτο για το σπίτι όπου θα έμενε, ή για το δωμάτιο που θα ήταν το γραφείο του στο σπίτι. Όποιο και να ήταν, εκείνος και πάλι θα έβρισκε τρόπο να κάνει τη δουλειά του. Ο Στόουνερ αντιμετωπίζει με τέτοια απάθεια τη γυναίκα του, με τέτοια στωικότητα, που πραγματικά δεν μπορούσα να τον καταλάβω κάποιες στιγμές. Αν είχα μπροστά μου την Ίντιθ θα της έλεγα πολλά, τόσο για τη συμπεριφορά της απέναντι στον άντρα της, όσο και απέναντι στο παιδί της.
Εκεί που δεν υπήρχε περίπτωση να συμβιβαστεί ο Στόουνερ, ήταν στη διδασκαλία. Τον θαύμασα από τον τρόπο που αντιμετώπισε κάποιες καταστάσεις στο Πανεπιστήμιο. Από τον αλαζόνα φοιτητή και τον επιβλέποντα καθηγητή του που κρατούσε κακία στον Στόουνερ, χωρίς εκείνος να του έχει κάνει ουσιαστικά τίποτα, αν και ο Γουίλιαμς έχει αφήσει μια υπόνοια ότι ο Λόμαξ ζήλευε που ο Στόουνερ είχε την Ίντιθ, μέχρι την προσπάθεια του Πανεπιστημίου να τον ωθήσει να βγει στη σύνταξη νωρίτερα από ότι έπρεπε. Αν και, και σε αυτή την περίπτωση, νομίζω πως όλοι καταλάβαμε ποιος πίεζε την κατάσταση.
Το τέλος με στεναχώρησε οφείλω να ομολογήσω. Ο Στόουνερ έγινε άνθρωπος δικός μου καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Τον ένιωσα, τον συμπάθησα και, μέχρι ενός βαθμού, τον κατάλαβα. Χαίρομαι που είχε ανθρώπους δίπλα του όπως ο Γκόρντον Φιντς, που ήταν πραγματικός φίλος για εκείνον.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
John Williams (1922-1994): Αμερικανός συγγραφέας και καθηγητής λογοτεχνίας, γνωστός για τα μυθιστορήματά του Nothing But the Night, Stoner, Butcher’s Crossing και Augustus (National Book Award for Fiction, 1973)..

