«Οι πλινθοποιοί» από την Selva Almada #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Από τα πιο ωραία βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Η Selva Almada έχει έναν τρόπο να μαγνητίζει την προσοχή μου στις λέξεις και τις ιστορίες που θέλει να διηγηθεί, κι εγώ αφήνομαι να παρασυρθώ σε έναν κόσμο, τόσο μακρινό αλλά και τόσο γνώριμο συγχρόνως. Οι φτωχογειτονιές μιας μικρής πόλης της Αργεντινής, μου είναι ίσως πολύ πιο γνώριμες από τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Ίσως γιατί εκεί ξέρω ότι υπάρχουν πιο αυθεντικοί άνθρωποι και πιο αληθινές ιστορίες, με πολύ πόνο, που δεν βλέπουν εύκολα το φως.

Οι παλιές έχθρες, βρίσκουν πάντα τρόπο να επανέλθουν στην επιφάνεια, όσο κι αν θέλουμε να τις καταπνίξουμε. Σαν άνθρωποι που είμαστε, έχουμε μια ροπή προς την εκδίκηση και τη μνησικακία, αντί να ρέπουμε προς την καλοσύνη και τη συγχώρεση. Και οι ήρωες της Almada το αποτυπώνουν αυτό με τις πράξεις τους.

Ένας καυγάς ανάμεσα σε δυο άντρες που έχουν πιει πολύ ήταν η αιτία να ξεκινήσει μια έχθρα που τροφοδοτούνταν και συνεχιζόταν για χρόνια. Δυο άντρες, φτωχοί, μεροκαματιάρηδες, με οικογένειες που με δυσκολία συντηρούσαν και με συζύγους που τους αγαπούσαν πολύ για να μην τους συμπαρασταθούν. Ώσπου η έχθρα αυτή πέρασε στα παιδιά τους, αυτά που στην αρχή ήταν αμέτοχα σε όλο αυτό και που έπαιζαν στην αλάνα, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας τους. Που ήταν φίλοι κολλητοί και που θα μπορούσαν να παραμείνουν έτσι, αν δεν πότιζε το δηλητήριο των πατεράδων τους το μυαλό και την καρδιά τους.

Η συγγραφέας, μέσα από μία ακόμα ιστορία μας συστήνει τον τόπο που η ίδια γνώρισε μεγαλώνοντας, μέσα από ζωντανές και έντονες εικόνες, γεμάτες συναισθήματα που αντλούνται από μια καθημερινότητα, που μπορεί να μοιάζει λίγο με τη δική μας όταν ήμασταν παιδιά, ή αυτή που έχουμε ακούσει να διηγούνται οι γονείς μας, αλλά που είναι αρκετά διαφορετική, όσον αφορά στην επικινδυνότητα, τόσο για μικρούς όσο και για μεγάλους. Κι εμείς μεγαλώνοντας παίζοντας στις αλάνες με τα άλλα παιδιά, όταν όμως μπήκαμε στην εφηβεία, δεν κυκλοφορούσαμε με μαχαίρια στις τσέπες, αν και κάποιες πεταλούδες υπήρχαν, λιγάκι πιο σπάνια όμως.

Το βιβλίο ξεκινάει με τους γιους να αργοπεθαίνουν πάνω στο λασπερό χορτάρι, εκεί που το λούνα παρκ έχει στηθεί. Στο ίδιο σημείο όπου είχαν περάσει μια ξέγνοιαστη και ευτυχισμένη μέρα όταν ήταν μικροί. Ο καθένας τους δέχεται επίσκεψη από το πνεύμα του πατέρα του, μια φιγούρα με την οποία δεν έχει επαφή από όταν ήταν έφηβος, για διαφορετικό όμως λόγο. Η σχέση του καθενός με τον πατέρα του είναι διαφορετική, γι’ αυτό και η εμπειρία του καθενός είναι διαφορετική. Ο ένας τον θέλει κοντά του, ο άλλος θα ήθελε να τον έχει μπροστά του πολύ νωρίτερα.

Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις δύο οικογένειες είναι πολύ έντονη μέσα στο βιβλίο. Από τη μία έχουμε ένα πατέρα με τα ελαττώματά του, όπως είναι το ποτό και ο τζόγος, που όμως αγαπάει την οικογένειά του, αισθάνεται ασφαλής και αγαπημένος, που έχει κληρονομήσει μια τέχνη από τον πατέρα του, ακόμα κι αν δεν είναι τόσο τυπικός στη δουλειά του. Από την άλλη έχουμε τον Ταμάι που είναι αυτό που χαρακτηρίζεται συνήθως ως «κακό παιδί», που θέλει τη γυναίκα του, θέλει όμως και την ελευθερία του και βλέπει τον γιο του ανταγωνιστικά. Είναι ο άνθρωπος που θα περάσει την έχθρα του για τον Μιράντα και στο γιο του και αυτός που θα οδηγήσει τελικά τα παιδιά από τη φιλία στο μίσος.

Μου άρεσε πολύ το πώς απεικόνισε η συγγραφέας όλους τους χαρακτήρες. Τους δύο άντρες, τις γυναίκες τους αλλά και τους γιους. Τα άτομα που παίζουν τους πιο σημαντικούς ρόλους σε αυτό το δράμα. Έχει επίσης ενδιαφέρον ο λόγος για τον οποίο τελικά καταλήγουμε στην πρώτη σκηνή του βιβλίου. Το μίσος ανάμεσα στις δύο οικογένειες, αλλά και η αγάπη που άνθισε από το πουθενά ανάμεσά τους. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει ένα παραλληλισμό με το κλασσικό έργο, όμως εδώ δεν έχουμε ακριβώς ένα Ρωμαίο και μια Ιουλιέτα και τελικά δεν είναι αυτοί που θυσιάζονται. Η εκδοχή της Almada είναι κάπως διαφορετική.

Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο από την Selva Almada, μία από τις συγγραφείς που πλέον αγαπώ να διαβάζω!

 

Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:

Η Σέλβα Αλµάδα (Έντρε Ρίος, 1973), σύγχρονη κλασική συγγραφέας της Αργεντινής, αναµετριέται µε συγγραφείς όπως ο Ουίλιαµ Φόκνερ κι ο Χουάν Ρούλφο, η Κάρσον Μακ Κάλερς κι η Φλάνερι Ο’Κόνορ. Έγινε διεθνώς γνωστή το 2015, µε τα βιβλία Ο άνεµος που σαρώνει, Ladrilleros και ∆εν είναι ποτάµι. Το πρώτο της βιβλίο, Ο άνεµος που σαρώνει (Εκδόσεις Κλειδάριθµος), σάρωσε όχι µόνο τις πωλήσεις αλλά και τα εγκώµια των κριτικών, µεταφράστηκε σε 12 γλώσσες, µεταφέρθηκε στο θέατρο, στη µεγάλη οθόνη, έγινε όπερα στο Ρίο ντε λα Πλάτα και το 2019 τιµήθηκε µε το First Book Award Festival International of Edinburgh. Η συγγραφέας βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Tigre Juan µε το βιβλίο της Ladrilleros, όπως επίσης και για τα βραβεία Rodolfo Walsh & Vargas Llosa µε το Chicas Muertas. Το ∆εν είναι ποτάµι συµπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το ∆ιεθνές Βραβείο Booker 2024.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.