Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Τι συμβαίνει όταν κάποιος αποφασίζει πως έχει το δικαίωμα να κρίνει ποιος αξίζει να ζήσει και ποιος πρέπει να πεθάνει; Πόσο εύκολα μπορεί η ανάγκη για δικαιοσύνη να μετατραπεί σε μια επικίνδυνη εμμονή και πού τελειώνει η επιθυμία να προστατεύσουμε έναν άνθρωπο από τον πόνο και πού αρχίζει η αλαζονεία εκείνου που πιστεύει πως γνωρίζει τι είναι καλύτερο για τους άλλους;
Στον «Συλλέκτη ψυχών», η Ελευθερία Μεταξά συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δημιουργώντας μια σκοτεινή ιστορία στην οποία ο θάνατος, η ενοχή και η αναζήτηση της αλήθειας συνδέονται με ερωτήματα για την ανθρώπινη ψυχή και τα όρια της ηθικής κρίσης. Η ιστορία ξεκινά από μια σειρά φαινομενικά ασύνδετων υποθέσεων και οδηγεί τον Μάνο Βαρσάμη και την Έλσα Γληνού σε μια έρευνα γεμάτη μυστικά και επώδυνες αλήθειες.
Η αφήγηση ξεκινά στη Μόρνα του 1967, σε ένα χωριό που μοιάζει να έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο. Η κηδεία ενός ηλικιωμένου άντρα, του Ιωάννη Μακρυνιώτη, γίνεται η αφετηρία για να γνωρίσουμε έναν τόπο φορτωμένο με θρύλους, φόβους και ανεξήγητα γεγονότα. Οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό το χωριό, αφήνοντας πίσω τους μια ατμόσφαιρα εγκατάλειψης και σκοτεινών αναμνήσεων. Όσα οι άνθρωποι αποδίδουν σε κατάρες και υπερφυσικές δυνάμεις συνδέονται σταδιακά με μια πολύ πιο ανθρώπινη και οδυνηρή πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η φιλοσοφία δεν αποτελεί απλώς ένα γνωστικό ενδιαφέρον. Οι ιδέες του Πλάτωνα για την ψυχή, τον θάνατο και τη μεταθανάτια κρίση αποκτούν καθοριστική σημασία για τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο και δικαιολογεί τις πράξεις του. Η πίστη του στη δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής μετά τον θάνατο μετατρέπεται σε ένα επικίνδυνο επιχείρημα, μέσα από το οποίο η βία μπορεί να παρουσιαστεί ως λύτρωση.
Στη συνέχεια, η ιστορία μάς μεταφέρει σε μια σειρά εγκλημάτων που προκαλούν αποτροπιασμό. Τρεις άντρες βρίσκονται δολοφονημένοι κοντά στη θάλασσα, με τις καρδιές τους να έχουν αφαιρεθεί. Παράλληλα, ο θάνατος μιας νεαρής φοιτήτριας Φιλοσοφίας γεννά αμφιβολίες στον αδελφό της, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί ότι η αδελφή του έβαλε τέλος στη ζωή της και αναζητά τον υπεύθυνο.
Οι διαφορετικές αυτές υποθέσεις δημιουργούν ένα πλέγμα ερωτημάτων. Ποια είναι η σύνδεσή τους; Τι κρύβεται πίσω από τις αποτρόπαιες δολοφονίες και τι σημαίνει πραγματικά η παρουσία της φιλοσοφίας σε μια έρευνα που αφορά τόσο ωμά εγκλήματα; Ο Μάνος Βαρσάμης και η Έλσα Γληνού καλούνται να αναζητήσουν τις απαντήσεις, προτού ο δράστης συνεχίσει τη δράση του.
Η πλοκή στηρίζεται, επομένως, όχι μόνο στην αναζήτηση του ενόχου, αλλά και στην προσπάθεια να ανασυντεθούν γεγονότα που απέχουν μεταξύ τους χρονικά και φαινομενικά δεν έχουν κοινό σημείο αναφοράς. Το παρελθόν δεν παραμένει μια κλειστή υπόθεση. Οι παλιές ιστορίες, οι σιωπές και οι αλήθειες που δεν ειπώθηκαν εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν, δίνοντας στο μυστήριο μεγαλύτερο βάθος.
Το πιο ενδιαφέρον θεματικό στοιχείο του «Συλλέκτη ψυχών» είναι η σύνδεση του εγκλήματος με τη φιλοσοφική σκέψη. Η αναφορά στον Πλάτωνα δεν λειτουργεί απλώς ως ένας τρόπος να αποκτήσει η ιστορία μια πιο ιδιαίτερη ταυτότητα. Αγγίζει ένα ουσιαστικό ερώτημα. Τι μπορεί να συμβεί όταν κάποιος απομονώνει μια ιδέα από το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώθηκε και την προσαρμόζει στις προσωπικές του πεποιθήσεις;
Η φιλοσοφία μάς καλεί να αμφισβητούμε όσα θεωρούμε δεδομένα, να εξετάζουμε τις πράξεις μας και να αναζητούμε απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα. Όταν, όμως, η αναζήτηση της αλήθειας μετατρέπεται σε απόλυτη βεβαιότητα, υπάρχει ο κίνδυνος η σκέψη να γίνει όργανο επιβολής. Ο άνθρωπος που πιστεύει πως έχει ανακαλύψει τη μοναδική αλήθεια μπορεί να πάψει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να θεωρήσει πως οι δικές του αποφάσεις υπερισχύουν κάθε άλλου ηθικού κανόνα.
Αυτή η αντίφαση κινεί ολόκληρη την ιστορία. Ο δράστης δεν αντιμετωπίζει τις πράξεις του ως εγκλήματα, αλλά τις εντάσσει σε ένα προσωπικό σύστημα πεποιθήσεων που του επιτρέπει να τις δικαιολογεί. Η έννοια της λύτρωσης αποκτά έτσι μια τρομακτική διάσταση. Μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται πως απαλλάσσει τους άλλους από τη δυστυχία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή τους.
Η ιστορία θέτει με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα της ηθικής ευθύνης. Οι προθέσεις, όσο ευγενείς κι αν παρουσιάζονται, δεν αναιρούν τις συνέπειες των πράξεων. Ούτε η προσωπική πεποίθηση ότι κάποιος υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό μπορεί να τον απαλλάξει από την ευθύνη του. Η διαφορά ανάμεσα στην κατανόηση μιας πράξης και στη δικαιολόγησή της είναι καθοριστική, ειδικά όταν το αποτέλεσμα είναι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
Η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου συνδέεται άμεσα με τις εμπειρίες και τις συνθήκες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιλογών του. Στο παρελθόν της Μόρνας, η οικογενειακή βία, η κακοποίηση και η δυστυχία αποκαλύπτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν θεωρείται αυτονόητη. Η ιστορία ενός πατέρα που κακοποιεί την οικογένειά του και παιδιών που στερούνται την παιδική τους ηλικία προσθέτει μια οδυνηρή κοινωνική διάσταση στο μυστήριο.
Η βία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί μόνο την αφετηρία του εγκλήματος. Είναι και μια μορφή εξουσίας που επιβάλλεται στους πιο αδύναμους, αφήνοντας πίσω της τραύματα και αδικίες. Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε τέτοιες συνθήκες δεν έχουν την ελευθερία να καθορίσουν τη ζωή τους, ενώ οι άνθρωποι γύρω τους συχνά επιλέγουν τη σιωπή, είτε από φόβο είτε επειδή θεωρούν πως η τιμωρία αποτελεί δικαιολογημένη συνέπεια κάποιας υποτιθέμενης παράβασης.
Εδώ αναδεικνύεται και το ζήτημα της συνενοχής. Δεν είναι απαραίτητο να συμμετέχει κάποιος άμεσα σε μια πράξη βίας για να συμβάλει στη διατήρησή της. Η αποδοχή της, η αδιαφορία ή η άρνηση να παρέμβει μπορούν να επιτρέψουν στην αδικία να συνεχίζεται. Η σιωπή γίνεται μέρος ενός μηχανισμού που προστατεύει τον ισχυρό και αφήνει το θύμα χωρίς διέξοδο.
Παράλληλα, η επιθυμία να απαλλαγεί κάποιος από τον πόνο δεν πρέπει να συγχέεται με την εξουσία να αποφασίζει για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Η δυστυχία μπορεί να εξηγεί την ανάγκη για βοήθεια, προστασία και δικαιοσύνη. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της δικαιολογία για την αφαίρεση της ζωής. Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια ιστορία όπου ο φόνος παρουσιάζεται μέσα από το παραμορφωμένο πρίσμα της λύτρωσης.
Ο Μάνος Βαρσάμης και η Έλσα Γληνού βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας που συνδέει τις διαφορετικές υποθέσεις. Ο ρόλος τους δεν περιορίζεται στην αναζήτηση στοιχείων που θα οδηγήσουν στον δράστη. Χρειάζεται να διακρίνουν τις πραγματικές ενδείξεις από τις παραπλανητικές εκδοχές, να επανεξετάσουν όσα αρχικά μοιάζουν βέβαια και να αναγνωρίσουν τη σημασία γεγονότων που ίσως έχουν παραμείνει για χρόνια στο σκοτάδι.
Η συνεργασία τους αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα σε μια υπόθεση όπου οι επιφανειακές εξηγήσεις δεν επαρκούν. Η έρευνα απαιτεί υπομονή, προσοχή και διάθεση αμφισβήτησης, καθώς κάθε νέα πληροφορία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται τα προηγούμενα γεγονότα.
Ωστόσο, το ανθρώπινο ενδιαφέρον της ιστορίας δεν εξαντλείται στους ερευνητές. Ο άξονας του παρελθόντος φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπους που έχουν διαμορφωθεί μέσα από την κακοποίηση, την απώλεια και την αδυναμία να ξεφύγουν από τις συνθήκες της ζωής τους. Οι επιλογές τους δεν μπορούν να εξεταστούν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εμπειρίες που προηγήθηκαν. Ταυτόχρονα, η κατανόηση των κινήτρων τους δεν σημαίνει ότι όλες οι πράξεις τους αποκτούν ηθική νομιμοποίηση.
Αυτή η ένταση ανάμεσα στην κατανόηση και στην καταδίκη είναι σημαντική για την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος διέπραξε ένα έγκλημα, αλλά και για το πώς διαμορφώθηκε η αντίληψη που επέτρεψε στον δράστη να θεωρήσει τις πράξεις του δικαιολογημένες.
Η Μόρνα αποτελεί κάτι περισσότερο από τον τόπο όπου εκτυλίσσεται ένα μέρος της ιστορίας. Η εγκατάλειψη, οι τοπικοί θρύλοι, οι αφηγήσεις για στοιχειωμένα μέρη και η αίσθηση ότι το παρελθόν εξακολουθεί να στοιχειώνει τους κατοίκους δημιουργούν ένα περιβάλλον κατάλληλο για ένα βιβλίο που κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο φαινομενικά ανεξήγητο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι υπερφυσικές εξηγήσεις συνυπάρχουν με πολύ πραγματικές ανθρώπινες τραγωδίες. Οι θρύλοι μπορούν να λειτουργήσουν ως τρόπος ερμηνείας όσων οι κάτοικοι δεν κατανοούν ή δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν. Κάτω από τις ιστορίες για κατάρες και σκοτεινές δυνάμεις, όμως, κρύβονται ανθρώπινες πράξεις και μυστικά που απαιτούν αποκάλυψη.
Ο τίτλος «Συλλέκτης ψυχών» ενισχύει αυτή τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Η λέξη «συλλέκτης» υποδηλώνει μια συστηματική, σχεδόν τελετουργική διαδικασία, ενώ η «ψυχή» παραπέμπει τόσο στη φιλοσοφική διάσταση της ιστορίας όσο και στην ανθρώπινη ύπαρξη που βρίσκεται στο επίκεντρο των εγκλημάτων. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί την εικόνα ενός δράστη που δεν αντιμετωπίζει τα θύματά του ως ξεχωριστούς ανθρώπους, αλλά ως μέρος ενός προσωπικού σχεδίου.
Ο «Συλλέκτης ψυχών» της Ελευθερίας Μεταξά συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με φιλοσοφικά ερωτήματα, σκοτεινά οικογενειακά μυστικά και τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Η σύνδεση των εγκλημάτων με τις πλατωνικές αντιλήψεις για την ψυχή προσφέρει στην ιστορία μια ιδιαίτερη θεματική κατεύθυνση, ενώ το παρελθόν της Μόρνας προσθέτει κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις στην αναζήτηση της αλήθειας.
Το ουσιαστικό ερώτημα που αναδύεται δεν αφορά μόνο την ταυτότητα του ενόχου. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατασκευάζουν τις προσωπικές τους αλήθειες, δικαιολογούν τις επιλογές τους και αποφασίζουν τι θεωρούν σωστό ή λάθος. Όταν η βεβαιότητα αντικαθιστά την αμφισβήτηση και η επιθυμία για δικαιοσύνη μετατρέπεται σε προσωπική αποστολή, τα όρια μπορούν να γίνουν επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Για τους αναγνώστες που αναζητούν ένα ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα με σκοτεινή ατμόσφαιρα, εγκλήματα που συνδέονται σταδιακά μεταξύ τους και μια φιλοσοφική διάσταση πέρα από το κλασικό ερώτημα του ενόχου, το βιβλίο προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία προβληματισμού. Η μεγαλύτερη πρόκληση που θέτει είναι να εξετάσουμε όχι μόνο τις πράξεις που οδηγούν στο έγκλημα, αλλά και τις πεποιθήσεις που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να τις θεωρεί δικαιολογημένες.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ελευθερία Μεταξά γεννήθηκε στο Αιγάλεω το 1970. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, της Δραματικής Σχολής Διομήδη Φωτιάδη και του τμήματος Δημοσιογραφίας του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών ΑΝΤ1. Εργάστηκε ως ηθοποιός, λαμβάνοντας μέρος σε θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές σειρές, ως ασκούμενη δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ως φιλόλογος σε φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης.
Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων, με τη μετάφραση και την επιμέλεια βιβλίων και με μεταγλωττίσεις ξένων τηλεοπτικών σειρών. Είναι μέλος της ΠΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) και μιλάει Αγγλικά.
Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Τα τρία πρόσωπα της Εκάτης, Αθώοι Ένοχοι, Μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά (επανέκδοση), Το χέρι του Θεού, Ο θησαυρός της Σμύρνης, Ποιος σκότωσε την Ιφιγένεια; (επανέκδοση), Ίχνος στον καθρέφτη, Η κόρη της λήθης (επανέκδοση), Το στοιχειό του Αχέροντα, Μην κοιτάξεις πίσω (επανέκδοση) και Καιρός του θερίζειν.

