Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
«Το βιβλίο των χαμένων ωρών» ήταν τελικά πολλά περισσότερα από αυτό που περίμενα και ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν το έχω δει καθόλου ή σχεδόν καθόλου να παρουσιάζεται από βιβλιοφιλικούς λογαριασμούς στα σόσιαλ μίντια! Είναι ένα βιβλίο φαντασίας, ή επιστημονικής φαντασίας αν θέλετε, που συμπεριλαμβάνει και ταξίδι στο χρόνο, αλλά και γενικότερα την έννοια του χρόνου, των αναμνήσεων, της ιστορίας και θέτει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα. Ποιος μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία και τι ή ποιος του δίνει αυτό το δικαίωμα;
«Η ιστορία γράφεται από τους νικητές» φέρεται να είπε ο Ναπολέον, αλλά και αυτός να μην το έχει πει, δεν αλλάζει κάτι! Ειδικά όταν υπάρχει ένα μέρος, όπου φυλάσσονται οι αναμνήσεις και στο οποίο έχουν πρόσβαση πολύ συγκεκριμένα άτομα και κυβερνήσεις. Βρισκόμαστε στη Γερμανία, το 1938, τη νύχτα που έμεινε στην ιστορία ως «Η νύχτα των κρυστάλλων». Εκείνη τη νύχτα, η εντεκάχρονη Λίσαβετ Λέβι, βρέθηκε ξαφνικά ολομόναχη σε ένα σκοτεινό μέρος, χωρίς πόρτες και χωρίς τρόπο να βγει από εκεί. Περιτριγυρισμένη από πολλές, αμέτρητες βιβλιοθήκες, η Λϊσαβετ έμεινε παγιδευμένη στο «χρονοχώρο», χωρίς στην αρχή να γνωρίζει που βρίσκεται. Αργότερα, έμαθε πως τα αμέτρητα βιβλία γύρω της περιείχαν αναμνήσεις, αναμνήσεις ανθρώπων που είχαν πεθάνει, και είχαν αποθηκευτεί. Αναμνήσεις που κάποιοι πράκτορες αποφασίζουν να καταστρέψουν. Η Λίσαβετ θα προσπαθήσει να σώσει ό,τι μπορεί από αυτές τις αναμνήσεις και να παραμείνει ζωντανή στην πορεία. Το βιβλίο όπου κρατάει όσα καταφέρνει να διασώσει γίνεται το μήλο της έριδος ανάμεσα στις κυβερνήσεις που θέλουν να ελέγχουν την ιστορία.
Χρόνια αργότερα, το 1965, η δεκαεξάχρονη Αμέλια Ντικέν που μόλις έχει χάσει τον αγαπημένο της θείο, στρατολογείται από τη CIA. Η πράκτορας που την προσεγγίζει, της ζητάει να μπει στο «χρονοχώρο» και να ψάξει το χαμένο βιβλίο της Λίσαβετ Λέβι. Αυτή η αποστολή όμως, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται και αυτά που τελικά ανακαλύπτει το κορίτσι, έρχονται να ανατρέψουν τα πάντα στη ζωή της.
Όσοι έχετε διαβάσει ή προσπαθήσατε αλλά δεν καταφέρατε να διαβάσετε «Το υπουργείο του χρόνου», μην πτοηθείτε. Αυτά τα δύο βιβλία δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να κάνει κάποιος μια τέτοια σύγκριση. Έχοντας πει αυτό, θα προχωρήσω λέγοντας πως ενθουσιάστηκα πολύ με τον τρόπο που έχτισε η συγγραφέας αυτή την ιστορία. Η έννοια του «χρονοχώρου» ήταν πάντα μια έννοια που γοήτευε αναγνώστες και συγγραφείς, γι’ αυτό και έχουν γραφτεί άλλωστε τόσα σχετικά βιβλία. Και μιας και μιλάμε για χρόνο, ένα ρολόι είναι ο ιδανικός τρόπος να ταξιδέψει κανείς σε ένα τέτοιο μέρος.
Η ιστορία έχει πολλά δυνατά στοιχεία μέσα που κάνουν το αναγνώστη να σκεφτεί τις ηθικές προεκτάσεις των πράξεων των χαρακτήρων των βιβλίων. Από το γεγονός ότι όλες οι αναμνήσεις αποθηκεύονται σε κάποιο βιβλίο, μέχρι το γεγονός ότι οι ισχυροί άνθρωποι του πλανήτη αποφασίζουν τι θα μείνει στην ιστορία και τι όχι. Που, ακόμα και χωρίς τον «χρονοχώρο», είναι κάτι που λίγο πολύ όλοι οι ισχυροί κάνουν. Απλά, αντί να καίνε τα βιβλία των αναμνήσεων, χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ, το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα ώστε να περάσουν την εικόνα που θέλουν, να γεμίσουν το μυαλό των πολιτών με τις αναμνήσεις και τα γεγονότα που εκείνοι επιλέγουν, και να «ξεχάσουν» στην ουσία, ή να μην δώσουν την απαραίτητη σημασία στα σημαντικά πράγματα Άλλος ένας τρόπος ελέγχουν των μαζών δηλαδή.
Ένα άλλο θέμα που έχει πολύ σημαντική θέση στην ιστορία του βιβλίου είναι το μέχρι που μπορεί κανείς να φτάσει για να προστατεύσει τους ανθρώπους που αγαπάει. Πόσο εύκολα χάνονται τα όρια ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, το δίκαιο και το άδικο. Η ηρωίδα του βιβλίου, μικρή και αθώα όπως ήταν, πίστευε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιες αναμνήσεις πρέπει να μείνουν και ποιες να σβηστούν για πάντα. Πίστευε ακόμα πώς, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ανάμνηση από ένα γεγονός, αφού καθένας το βλέπει από τη δική του οπτική γωνία, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Είναι η ίδια ηρωίδα που, κάποια στιγμή, σε κάποια άλλη φάση της ζωής της, άλλαξε τον τρόπο που βλέπει η ίδια τα πράγματα, γιατί είχε αλλάξει προτεραιότητες. Πλέον, το πιο σημαντικό για εκείνη δεν ήταν να μείνουν ανέπαφες οι αναμνήσεις των ανθρώπων, αλλά να προστατευτούν τα αγαπημένα της πρόσωπα. Βλέπουμε λοιπόν, ότι με το πέρασμα του χρόνου, pun intended, η Λϊσαβετ ήταν πλέον ένας διαφορετικός άνθρωπος, με διαφορετικές ηθικές αξίες ή έστω, διαφοροποιημένες.
Ένα βιβλίο για τη μνήμη, τη λογοκρισία και τις δύσκολες αποφάσεις που καλούμαστε να πάρουμε. Από μένα είναι «Ναι!». Διαβάστε το! Πραγματικά αξίζει!
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η ΧΕΪΛΙ ΓΚΕΛΦΙΟΥΖΟ είναι συγγραφέας και ποιήτρια, ενώ εργάζεται επίσης στον περιβαλλοντικό μη κερδοσκοπικό τομέα. Ως συγγραφέας, ελκύεται από ιστορίες του άγριου και θαυμαστού κόσμου, που έχουν τις ρίζες τους στην πραγματική παγκόσμια Ιστορία και επιστήμη. Ποιήματά της σχετικά με τις εμπειρίες της από τη δουλειά της στο πεδίο διαφύλαξης του περιβάλλοντος έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Plumwood Mountain Journal. Ζει στα περίχωρα του Σικάγο με τον σύζυγο και τον γιο της.

