Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για την εμμονή, τη μοναξιά και τις ιστορίες που επινοούμε για να αντέξουμε την αλήθεια.
Η έμπνευση μπορεί να γεννηθεί από μια εικόνα, ένα βλέμμα ή μια τυχαία συνάντηση. Τι συμβαίνει, όμως, όταν μια γυναίκα που γνωρίζεις ελάχιστα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη θέση στη σκέψη σου και η φαντασία αρχίζει να συμπληρώνει όσα η πραγματικότητα δεν σου έχει αποκαλύψει; Πού τελειώνει η δημιουργική έμπνευση και πού αρχίζει η εμμονή;
Στο «Το φιλί που δεν δόθηκε ποτέ», η Ειρήνη Βαρδάκη επιστρέφει στο ψυχολογικό θρίλερ με μια ιστορία που περιστρέφεται γύρω από την επιθυμία, τη μοναξιά και τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και την επινόηση. Στο επίκεντρο βρίσκονται ένας συγγραφέας που αναζητά ξανά τη χαμένη του έμπνευση, μια γυναίκα που αναστατώνει τον κόσμο του και ένας τοίχος που χωρίζει δύο ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα τους συνδέει με έναν απρόσμενο τρόπο.
Ο Ζοέλ είναι ένας επιτυχημένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο οποίος αντιμετωπίζει μια σοβαρή δημιουργική κρίση. Η έμπνευση έχει χαθεί και η αδυναμία του να γράψει απειλεί κάτι βαθύτερο από την επαγγελματική του πορεία, την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Αναζητώντας μια νέα αρχή, μετακομίζει σε άλλη πόλη, ελπίζοντας ότι η αλλαγή περιβάλλοντος θα τον βοηθήσει να ξεφύγει από το αδιέξοδο.
Εκεί βρίσκεται η Κλοέ, μια γυναίκα που του έχει ήδη τραβήξει την προσοχή, παρόλο που την έχει δει ελάχιστες φορές. Η παρουσία της έχει επηρεάσει τη φαντασία του και έχει γίνει πηγή έμπνευσης. Όταν συνειδητοποιεί ποια είναι η γυναίκα που βρίσκεται τόσο κοντά του, η σχέση του μαζί της αποκτά μια ένταση που δεν μπορεί να εξηγήσει εύκολα. Το μίσος και η έλξη αρχίζουν να συνυπάρχουν, δημιουργώντας μια δυναμική που απομακρύνεται από οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή γνωριμία.
Η επιστροφή της έμπνευσης και της επαγγελματικής επιτυχίας μοιάζει αρχικά να λύνει το πρόβλημα του Ζοέλ. Ωστόσο, η σχέση του με την Κλοέ αποκτά ολοένα πιο σκοτεινή διάσταση. Μια δυνατή καταιγίδα φέρνει στο φως ένα αποτρόπαιο έγκλημα και αλλάζει την πορεία της ιστορίας. Τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, οι βεβαιότητες κλονίζονται και η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.
Η συγγραφική κρίση του Ζοέλ δεν αποτελεί απλώς την αφετηρία του μυστηρίου. Μέσα από αυτήν, η συγγραφέας εξετάζει τι μπορεί να συμβεί όταν ένας άνθρωπος συνδέει τόσο στενά την προσωπική του αξία με τη δημιουργία, ώστε η απώλεια της έμπνευσης να μοιάζει με απώλεια ταυτότητας. Η δημιουργικότητα, που κανονικά αποτελεί μέσο έκφρασης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ανάγκη επιβεβαίωσης.
Ο τοίχος που χωρίζει τον Ζοέλ από την Κλοέ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά στοιχεία πλοκής του μυθιστορήματος. Η Κλοέ έχει ανοίξει μια τρύπα, μέσα από την οποία μπορεί να παρατηρεί κρυφά τον Ζοέλ. Από τη δική του πλευρά, όμως, το άνοιγμα παραμένει καλυμμένο. Εκείνος δεν μπορεί να κοιτάξει μέσα από αυτό και υποπτεύεται μόνο ότι η γειτόνισσά του έχει αποκτήσει πρόσβαση σε στιγμές της ζωής του που δεν προορίζονταν για τα μάτια της.
Η τρύπα στον τοίχο δεν λειτουργεί ως παράθυρο επικοινωνίας, αλλά ως μέσο κρυφής παρακολούθησης. Η Κλοέ μπορεί να παρατηρεί χωρίς να γίνεται αντιληπτή, δημιουργώντας μια αίσθηση εγγύτητας που δεν στηρίζεται στην εμπιστοσύνη ή στην αμοιβαία γνωριμία. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ζητήματα ιδιωτικότητας, ελέγχου και προσωπικών ορίων. Πότε η περιέργεια για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου μετατρέπεται σε παραβίαση της ελευθερίας του;
Παράλληλα, ο τοίχος γίνεται σύμβολο της απόστασης ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε για κάποιον και σε αυτό που φανταζόμαστε. Ο Ζοέλ έχει γοητευτεί από μια γυναίκα που στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει. Η Κλοέ, από την άλλη, έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί την καθημερινότητά του. Οι δύο χαρακτήρες δεν διαθέτουν τις ίδιες πληροφορίες ούτε έχουν την ίδια αντίληψη για όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους.
Αυτή η ανισορροπία δημιουργεί μια ένταση που συνδέεται με ένα από τα σημαντικότερα θέματα του βιβλίου, τη μοναξιά. Η παρατήρηση μπορεί να προσφέρει την ψευδαίσθηση της σύνδεσης, χωρίς όμως να υποκαθιστά την πραγματική επικοινωνία. Μπορείς να βλέπεις έναν άνθρωπο, να γνωρίζεις λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του και παρ’ όλα αυτά να αγνοείς τον εσωτερικό του κόσμο.
Η συγγραφή είναι για τον Ζοέλ κάτι περισσότερο από επάγγελμα. Αποτελεί βασικό κομμάτι της ταυτότητάς του και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την προσωπική του αξία. Όταν χάνει την έμπνευσή του, δεν δυσκολεύεται απλώς να ολοκληρώσει ένα βιβλίο. Έρχεται αντιμέτωπος με τον φόβο ότι έχει χάσει αυτό που τον έκανε ξεχωριστό.
Η σχέση του με την Κλοέ συνδέεται με την επιστροφή της δημιουργικότητάς του, αλλά και με μια συναισθηματική ένταση που δεν μπορεί εύκολα να διαχειριστεί. Εκείνη γίνεται καταλύτης για την εξέλιξή του, ενώ η ανάγκη του να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τα όρια ανάμεσα στην επιθυμία και στην εμμονή.
Η ιδιότητά του ως συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι ένας άνθρωπος συνηθισμένος να κατασκευάζει ιστορίες, να αναζητά κίνητρα και να συνδέει γεγονότα. Η πραγματικότητα, όμως, δεν υπακούει πάντα στους κανόνες της μυθοπλασίας. Οι άνθρωποι δεν είναι χαρακτήρες που μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε πλήρως, ούτε οι πράξεις τους διαθέτουν πάντοτε μια εύκολη εξήγηση.
Ο Ζοέλ αναδεικνύει έτσι μια σκοτεινή πλευρά της δημιουργικότητας. Τον κίνδυνο η ανάγκη για έμπνευση και επιβεβαίωση να γίνει ισχυρότερη από την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τα όριά μας. Όταν η προσωπική αξία εξαρτάται αποκλειστικά από την επιτυχία, η δημιουργία μπορεί να μετατραπεί από ελεύθερη έκφραση σε μια διαρκή προσπάθεια να αποδείξουμε ότι εξακολουθούμε να αξίζουμε.
Η Κλοέ δεν είναι απλώς η γυναίκα που κεντρίζει το ενδιαφέρον του Ζοέλ. Είναι ένας χαρακτήρας με ενεργό ρόλο στη δυναμική της ιστορίας, καθώς η ίδια επιλέγει να τον παρατηρεί κρυφά. Αυτή η επιλογή περιπλέκει τη σχέση τους και δημιουργεί μια ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα σε όσα γνωρίζει ο καθένας και σε όσα παραμένουν κρυφά.
Η Κλοέ γίνεται αντικείμενο της φαντασίας του Ζοέλ πριν εκείνος προλάβει να τη γνωρίσει πραγματικά. Η παρουσία της αρκεί για να του προκαλέσει έντονα συναισθήματα και να τροφοδοτήσει τη δημιουργικότητά του. Ωστόσο, η εικόνα που σχηματίζουμε για έναν άνθρωπο δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτό που είναι στην πραγματικότητα.
Όταν γοητευόμαστε από κάποιον που γνωρίζουμε ελάχιστα, συχνά συμπληρώνουμε τα κενά με τις δικές μας προσδοκίες. Μπορεί να αποδώσουμε νόημα σε ένα βλέμμα ή σε μια τυχαία συνάντηση, χωρίς να γνωρίζουμε τι σημαίνουν αυτά για τον άλλον. Η επιθυμία στρέφεται τότε όχι μόνο προς το πραγματικό πρόσωπο, αλλά και προς την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γι’ αυτό.
Η σχέση ανάμεσα στον Ζοέλ και στην Κλοέ χαρακτηρίζεται από αντιφατικά συναισθήματα, με το μίσος και την έλξη να συνυπάρχουν. Αυτή η ένταση δεν προσφέρει ασφάλεια, αλλά κάνει δυσκολότερο τον διαχωρισμό ανάμεσα στην πραγματική σύνδεση και στην προβολή προσωπικών αναγκών πάνω στον άλλον.
Η συγγραφέας παίζει με την απόσταση ανάμεσα σε όσα συμβαίνουν και σε όσα πιστεύουμε ότι συμβαίνουν. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνουμε δεν οδηγούν πάντοτε σε ασφαλή συμπεράσματα, καθώς οι ερμηνείες μας επηρεάζονται από τις προσδοκίες, τους φόβους και τις επιθυμίες μας.
Η δημιουργική φαντασία είναι απαραίτητη για τον Ζοέλ, αλλά γίνεται επικίνδυνη όταν μεταφέρεται στην πραγματική ζωή και οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται σαν χαρακτήρες μιας ιστορίας που έχουμε ήδη αποφασίσει πώς θα εξελιχθεί. Το πρόβλημα δεν είναι η φαντασία καθαυτή, αλλά η στιγμή που παύουμε να διακρίνουμε όσα γνωρίζουμε από όσα έχουμε επινοήσει.
Αυτή η αβεβαιότητα συνδέεται και με το μυστήριο του εγκλήματος. Ο αναγνώστης καλείται να εξετάσει τις πληροφορίες, να αναθεωρήσει τις αρχικές του εντυπώσεις και να αναρωτηθεί αν όσα θεωρεί δεδομένα στηρίζονται πραγματικά σε στοιχεία. Η αναζήτηση της αλήθειας γίνεται η διαδικασία της αμφισβήτησης των ίδιων μας των βεβαιοτήτων.
Ο τίτλος παραπέμπει σε μια στιγμή που δεν πραγματοποιήθηκε, σε μια επιθυμία που έμεινε μετέωρη και σε μια πιθανότητα που εξακολουθεί να υπάρχει στη φαντασία. Ένα φιλί που δεν δόθηκε μπορεί να συμβολίζει μια ανεκπλήρωτη επιθυμία, μια σχέση που δεν απέκτησε σαφή μορφή ή μια ανάγκη που δεν βρήκε τρόπο να εκφραστεί.
Όσα δεν συμβαίνουν μπορούν να αποκτήσουν μεγάλη δύναμη στη σκέψη μας. Μια στιγμή που δεν πραγματοποιήθηκε δεν περιορίζεται από την πραγματικότητα. Μπορούμε να την επαναλαμβάνουμε στο μυαλό μας και να φανταζόμαστε πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχε συμβεί. Κάποιες φορές, μάλιστα, αυτό που δεν ζήσαμε καταλαμβάνει περισσότερο χώρο μέσα μας από όσα πραγματικά βιώσαμε.
Ο τίτλος συνδέεται έτσι με την ευρύτερη θεματική του βιβλίου. Την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην επινόηση, ανάμεσα στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας και στην εικόνα που δημιουργούμε γι’ αυτόν. Η επιθυμία μπορεί να γίνει τόσο ισχυρή, ώστε να μας εγκλωβίσει σε μια πιθανότητα, εμποδίζοντάς μας να δούμε καθαρά όσα υπάρχουν μπροστά μας.
Το «Το φιλί που δεν δόθηκε ποτέ» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που αξιοποιεί την εμμονή, τη μοναξιά και την εύθραυστη σχέση ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα σκοτεινό παιχνίδι γύρω από την ανθρώπινη επιθυμία.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ειρήνη Βαρδάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει ασχοληθεί με τον κλασικό χορό και τον αθλητισμό.
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
Κρυσταλλία (εκδ. Bell, 2017),
Το Ρ της ερωμένης (εκδ. Βell, 2018),
Ανάρμοστον εστί (εκδ. Bell, 2019),
Τσιχλόφουσκα (εκδ. Bell, 2020),
Ο Μέντορας (εκδ. Μίνωας, 2021),
Ζώνη 5 (εκδ. Μίνωας, 2022),
Ο εραστής της (εκδ. Μίνωας, 2023),
To άλλο κορίτσι (εκδ. Μίνωας, 2024),
To Ρ της ερωμένης (επανέκδοση, εκδ. Μίνωας, 2024),
Να με ξεχνάς (εκδ. Μίνωας, 2025).
Έχει συμμετάσχει με διηγήματά της σε πέντε συλλογές και είναι από τα νεότερα μέλη της ΕΛΣΑΛ.
Το Φιλί που δεν δόθηκε ποτέ είναι το δέκατο μυθιστόρημά της.

