Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Οι «Μαύροι Πίνακες» δεν είναι απλώς ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι μια σκοτεινή, καθηλωτική ιστορία που συνδυάζει τη γοητεία της τέχνης με το ανατριχιαστικό πρόσωπο του εγκλήματος. Βασισμένο στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά που καθήλωσε το κοινό, το βιβλίο καταφέρνει να σταθεί αυτόνομα, δίνοντας βάθος και ένταση στους χαρακτήρες και την πλοκή.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη μικρή επαρχιακή πόλη των Λευκών, όπου η ηρεμία διαταράσσεται από έναν στυγερό φόνο. Η αστυνόμος Άννα, μια γυναίκα με δυναμισμό αλλά και εσωτερικές πληγές, αναλαμβάνει την εξιχνίαση. Σύντομα διαπιστώνει πως ο δράστης δεν είναι ένας συνηθισμένος δολοφόνος. Οι πράξεις του παραπέμπουν στους «Μαύρους Πίνακες» του Φρανσίσκο Γκόγια, μια σειρά έργων που αποπνέουν τρόμο, απόγνωση και την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.
Η γραφή των Καζαντζιάν και Ιορδάνου είναι ατμοσφαιρική, σχεδόν κινηματογραφική. Οι περιγραφές έχουν ένταση και ζωντάνια, δημιουργώντας εικόνες που μένουν στο μυαλό. Η χρήση των καλλιτεχνικών αναφορών δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της πλοκής, δίνοντας στον αναγνώστη μια αίσθηση πως η τέχνη και το έγκλημα εδώ μιλούν την ίδια γλώσσα.
Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται με ψυχολογικό βάθος. Η Άννα δεν είναι ένα άψυχο πρότυπο «σκληρής» αστυνομικού. Είναι άνθρωπος, με αδυναμίες, ανασφάλειες και ένστικτο που την οδηγεί σε μονοπάτια επικίνδυνα. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, από τον δήμαρχο μέχρι τους κατοίκους των Λευκών, δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση μιας κλειστής κοινωνίας όπου όλοι γνωρίζουν, ή κρύβουν, κάτι.
Η πλοκή χτίζεται σταδιακά, με εντάσεις που κορυφώνονται στις σωστές στιγμές. Το μυστήριο δεν αποκαλύπτεται βιαστικά. Κάθε στοιχείο δίνεται με ακρίβεια, κρατώντας τον αναγνώστη σε συνεχή εγρήγορση. Το αστυνομικό στοιχείο παντρεύεται άψογα με το ψυχολογικό θρίλερ, ενώ η καλλιτεχνική διάσταση προσδίδει μια μοναδική ιδιαιτερότητα που σπάνια συναντάμε σε ελληνικά crime novels.
Μου άρεσε πολύ η σχέση της τέχνης με το έγκλημα και δη σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου όλοι γνωρίζονται και όλοι κάνουν πως δε βλέπουν τα στραβά του γείτονα, γιατί κι εκείνος βλέπει τα δικά τους στραβά. Ένας από τους λόγους που γυρνούσαν οι σελίδες ήταν φυσικά και η ατμόσφαιρα αλλά και η δομή του βιβλίου, που χτιζόταν σαν κινηματογραφική ταινία και κρατούσε το ενδιαφέρον αναλλοίωτο. Σημαντικό ρόλο παίζει εδώ πιστεύω και η εμπειρία των συγγραφέων στον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, που τη χρησιμοποίησαν προς όφελός τους. Από εκεί πηγάζει νομίζω και το γεγονός ότι επέλεξαν να αποκαλύψουν σταδιακά το μυστήριο και να μας δώσουν και τις τελικές ανατροπές, που έδωσαν το κάτι παραπάνω και εξήγησαν αρκετά από τα ερωτήματα που μπορεί να δημιουργήθηκαν κατά την έρευνα.
Ιδανικό για αναγνώστες που αγαπούν τα ατμοσφαιρικά αστυνομικά με έντονη ψυχολογική ένταση και ένα ιδιαίτερο αισθητικό υπόβαθρο. Αν σας συναρπάζουν οι ιστορίες όπου η τέχνη γίνεται το κλειδί για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος, οι «Μαύροι Πίνακες» θα σας μαγέψουν.
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς
Γεννηθήκαμε κάπου κάποτε. Ούτε και έχει σημασία το πότε και το πού. Ψάξαμε τον εαυτό μας. Δεν τον βρήκαμε. Κι έτσι τον επινοήσαμε. «Ταξιδεύουμε» μαζί, γιατί μπορούμε να ταξιδεύουμε και μόνοι. Γράφουμε, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Είμαστε η ιδέα του εαυτού μας. Κι αυτή η ιδέα κάποτε θα σβήσει. Μέχρι τοτε…

