Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
1979, Γιορκσάιρ. Η Μάργκαρετ Θάτσερ μόλις έχει γίνει πρωθυπουργός, οι γυναίκες κυκλοφορούν με όλο και μεγαλύτερο φόβο στους δρόμους και ο «Αντεροβγάλτης του Γιορκσάιρ» μοιάζει να μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε. Για τη δωδεκάχρονη Μιβ, όμως, υπάρχει ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος. Μήπως η οικογένειά της φύγει από το Γιορκσάιρ και την απομακρύνει από την καλύτερή της φίλη, τη Σάρον.
Έτσι, όταν ο πατέρας της αρχίζει να μιλά για μετακόμιση, η Μιβ αποφασίζει ότι πρέπει να κάνει κάτι. Αν μπορέσει να βρει τον δολοφόνο, ίσως καταφέρει να κρατήσει την οικογένειά της εκεί που ανήκει και, κυρίως, να μη χάσει τη Σάρον. Μαζί ξεκινούν λοιπόν μια «έρευνα» και δημιουργούν μια λίστα με όλα τα ύποπτα πρόσωπα και πράγματα της γειτονιάς τους. Άνθρωποι που γνωρίζουν. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν. Άνθρωποι που απλώς τους φαίνονται περίεργοι.
Μόνο που όσο μεγαλώνει η λίστα, τόσο περισσότερο αρχίζουν να εμφανίζονται μπροστά τους μυστικά που δεν έχουν καμία σχέση με τον κατά συρροή δολοφόνο που τρομοκρατεί το Γιορκσάιρ. Μυστικά που υπάρχουν μέσα στις οικογένειές τους, στη γειτονιά τους, στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και τελικά στις ίδιες τις δύο φίλες.
Το βιβλίο, δεν είναι τόσο ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όσο μια ιστορία ενηλικίωσης που χρησιμοποιεί το μυστήριο για να μιλήσει για τον φόβο, την απώλεια της αθωότητας και την ανάγκη ενός παιδιού να βάλει τάξη σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο ακατανόητος. Η πραγματική υπόθεση του Αντεροβγάλτη του Γιορκσάιρ λειτουργεί ως σκοτεινή σκιά πάνω από την ιστορία, χωρίς όμως το βιβλίο να επιχειρεί να ξαναγράψει ή να «λύσει» τα πραγματικά εγκλήματα. Αντίθετα, ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς ένας τέτοιος φόβος εισχωρεί στην καθημερινότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας και, κυρίως, στο μυαλό ενός παιδιού.
Η Μιβ είναι ένας από τους λόγους που η ιστορία λειτουργεί τόσο καλά. Είναι παιδί, αλλά βρίσκεται ακριβώς στο μεταβατικό σημείο όπου η παιδική ηλικία αρχίζει να υποχωρεί και ο κόσμος των ενηλίκων γίνεται όλο και πιο ορατός. Δεν καταλαβαίνει πάντα όσα συμβαίνουν γύρω της. Καταλαβαίνει όμως ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Η μητέρα της έχει αποσυρθεί από την οικογενειακή ζωή, ο πατέρας της είναι κουρασμένος και συχνά απών, ενώ η θεία της, η Τζιν, έχει αναλάβει να κρατά το σπίτι όρθιο μέσα από κανόνες, λίστες και μια σχεδόν εμμονική ανάγκη για τάξη. Η Μιβ δεν έχει τα εργαλεία για να κατανοήσει τον κόσμο των ενηλίκων και, όπως συμβαίνει συχνά στα παιδιά, προσπαθεί να τον μετατρέψει σε κάτι που μπορεί να διαχειριστεί. Γι’ αυτό και η λίστα έχει τόσο μεγάλη σημασία. Είναι ένας τρόπος να μετατρέψει το χάος σε κατηγορίες. Να πάρει κάτι τρομακτικό και αόριστο και να του δώσει συγκεκριμένα ονόματα. Να παρατηρήσει, να καταγράψει, να ελέγξει.
Και υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό σε αυτή την προσπάθεια. Για τη Μιβ, το να βρει τον δολοφόνο είναι σχεδόν πιο εύκολο από το να καταλάβει τι έχει συμβεί στη μητέρα της ή γιατί η οικογένειά της έχει αλλάξει τόσο πολύ. Το έγκλημα έχει έναν δράστη, στοιχεία και μια πιθανή λύση. Οι άνθρωποι, αντίθετα, είναι πολύ πιο περίπλοκοι.
Η λίστα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα αφηγηματικό εύρημα. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο η Μιβ προσπαθεί να αποκτήσει έλεγχο. Και όσο περισσότερο προχωρά η ιστορία, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι το σημαντικότερο μυστήριο δεν βρίσκεται απαραίτητα εκεί που κοιτάζει.
Εξίσου σημαντική είναι η σχέση της Μιβ με τη Σάρον. Οι δυο τους είναι αχώριστες, όμως δεν βρίσκονται ακριβώς στο ίδιο σημείο της ζωής τους. Η Μιβ θέλει να κρατήσει όσο περισσότερο μπορεί τον κόσμο που γνωρίζει, ενώ η Σάρον αρχίζει να κοιτάζει προς την επόμενη φάση. Αρχίζει να μεγαλώνει, να ενδιαφέρεται για αγόρια, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα και να απομακρύνεται, έστω και ανεπαίσθητα, από την παιδική ηλικία που μέχρι τότε μοιράζονταν.
Και αυτή η αλλαγή είναι από τις πιο αληθινές πλευρές του βιβλίου. Η Godfrey δεν παρουσιάζει τη φιλία των δύο κοριτσιών ως κάτι στατικό. Την αφήνει να αλλάζει μαζί τους. Υπάρχει αγάπη, ζήλια, ανασφάλεια, φόβος, παρεξηγήσεις και η αγωνία του ενός παιδιού ότι το άλλο μεγαλώνει πιο γρήγορα. Η Μιβ δεν φοβάται μόνο ότι θα φύγει από το Γιορκσάιρ. Φοβάται ότι θα μείνει πίσω. Ότι δεν μεγαλώνει με τον ίδιο ρυθμό και άρα θα χάσει κάτι. H ενηλικίωση δεν σημαίνει μόνο ότι μαθαίνεις πως ο κόσμος είναι πιο σκοτεινός απ’ όσο νόμιζες. Σημαίνει επίσης ότι καταλαβαίνεις πως οι άνθρωποι που αγαπάς αλλάζουν και ότι δεν μπορείς πάντα να τους κρατήσεις ακριβώς εκεί που βρίσκονταν.
Στο φόντο όλων αυτών βρίσκεται η πραγματική ιστορία του Αντεροβγάλτη του Γιορκσάιρ, ο οποίος δολοφονούσε γυναίκες στη βόρεια Αγγλία στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Θυμάμαι ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει για την περίπτωσή του και μόλις άρχισα να διαβάζω, μεταφέρθηκα πίσω σε εκείνη την εποχή που το είχα δει. Δεν πρέπει να είχα μεγάλη διαφορά ηλικιακά από τη Μιβ, αν και το είχα δει καμιά δεκαπενταετία τουλάχιστον αργότερα. Αμέσως συνδέθηκα μαζί της λιγάκι παραπάνω.
Η Godfrey χρησιμοποιεί πολύ αποτελεσματικά το ιστορικό πλαίσιο. Δεν το μετατρέπει σε απλό σκηνικό εποχής ούτε χρησιμοποιεί τα πραγματικά εγκλήματα ως φτηνό μηχανισμό αγωνίας. Αντίθετα, δείχνει πώς ο φόβος γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Οι γυναίκες προσέχουν πότε και πού κυκλοφορούν. Οι οικογένειες ανησυχούν. Οι εφημερίδες τροφοδοτούν την αγωνία. Τα παιδιά ακούν συζητήσεις ενηλίκων, χωρίς πάντοτε να καταλαβαίνουν το πραγματικό τους βάρος. Και μέσα από αυτή την ατμόσφαιρα η συγγραφέας ανοίγει ένα πολύ μεγαλύτερο θέμα. Τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τις γυναίκες που πέφτουν θύματα βίας.
Το βιβλίο αγγίζει την επικίνδυνη διάκριση ανάμεσα στις «καλές» και τις «κακές» γυναίκες, στις γυναίκες που θεωρούνται «άξιες» να θρηνηθούν και σε εκείνες που αντιμετωπίζονται σαν να ευθύνονται, με κάποιον τρόπο, για όσα τους συνέβησαν. Παράλληλα, δείχνει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει η πατριαρχική σκέψη στην καθημερινότητα, ακόμη και μέσα από τις ίδιες τις γυναίκες. Ο πραγματικός «εχθρός» δεν είναι μόνο ένας δολοφόνος που κυκλοφορεί στους δρόμους. Είναι και μια κοινωνία που έχει μάθει να κατηγοριοποιεί, να κρίνει και να αποδίδει αξία στους ανθρώπους ανάλογα με το ποιοι είναι.
Η ιστορία δεν περιορίζεται όμως στη βία κατά των γυναικών. Η Godfrey μιλά επίσης για τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, την ταξική πραγματικότητα της εποχής και τις πολιτικές αλλαγές που συντελούνται στη Βρετανία. Η εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική αναφορά. Η πολιτική και κοινωνική αλλαγή περνά μέσα από τις συζητήσεις, τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις των χαρακτήρων.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία του Ομάρ και του γιου του, του Ιστιακ, που ανήκουν στη μουσουλμανική πακιστανική κοινότητα της περιοχής. Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες το βιβλίο δείχνει πώς ο ρατσισμός μπορεί να γίνει μέρος της καθημερινότητας και πόσο εύκολα ο φόβος για το «διαφορετικό» μετατρέπεται σε καχυποψία και εχθρότητα.
Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στην έννοια της λίστας. Ποιον θεωρούμε ύποπτο; Ποιον θεωρούμε ξένο; Για ποιον αποφασίζουμε ότι δεν ανήκει; Και πόσο εύκολο είναι να βάλουμε έναν άνθρωπο σε μια κατηγορία επειδή δεν γνωρίζουμε την ιστορία του;
Η Μιβ ξεκινά το δικό της παιχνίδι κατηγοριοποίησης χωρίς να αντιλαμβάνεται όλες αυτές τις προεκτάσεις. Καθώς μεγαλώνει όμως, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι οι άνθρωποι δεν χωρίζονται τόσο εύκολα σε καλούς και κακούς, ύποπτους και αθώους.
Μπορεί η Μιβ να πιστεύει ότι η αρχή έγινε με τις δολοφονίες, όμως τελικά, όλα ξεκινάνε μέσα στο σπίτι της. Η μητέρα της, η Μάριαν, είναι παρούσα και ταυτόχρονα απούσα. Η σιωπή της δημιουργεί ένα τεράστιο κενό, το οποίο η Μιβ προσπαθεί να γεμίσει με υποθέσεις και ερωτήσεις. Ο πατέρας της, ο Όστιν, είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη, αλλά δεν διαθέτει πάντοτε τις λέξεις ή τις αντοχές για να το κάνει. Και μετά υπάρχει η θεία Τζιν.
Η Τζιν είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ακριβώς επειδή δεν είναι εύκολο να την τοποθετήσεις σε μία μόνο κατηγορία. Είναι αυστηρή, απόλυτη, επικριτική και συχνά εκφράζει αντιλήψεις που σήμερα αναγνωρίζουμε ως βαθιά προβληματικές. Ταυτόχρονα όμως είναι εκεί όταν οι άλλοι ενήλικες δεν μπορούν να είναι. Φροντίζει, οργανώνει, μαγειρεύει, επιβάλλει κανόνες και προσπαθεί, με τον δικό της δύσκολο τρόπο, να κρατήσει το σπίτι λειτουργικό. Η Godfrey δεν χρειάζεται να την κάνει «καλή» ή «κακή». Την αφήνει να είναι αντιφατική. Όπως είναι οι περισσότεροι άνθρωποι.
Παρότι το βιβλίο έχει μυστήριο και εγκληματική υπόθεση, η καρδιά του βρίσκεται στην ενηλικίωση. Η Μιβ ξεκινά την ιστορία πιστεύοντας ότι όλα μπορούν να λυθούν αν παρατηρήσεις αρκετά προσεκτικά. Ότι υπάρχουν ενδείξεις. Ότι υπάρχουν απαντήσεις. Ότι, αν είσαι αρκετά έξυπνος και γενναίος, μπορείς να προστατεύσεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Σταδιακά, όμως, έρχεται αντιμέτωπη με την πιο δύσκολη αλήθεια, δεν μπορείς να προστατεύσεις τους πάντες. Δεν μπορείς να ελέγξεις τις αποφάσεις των ενηλίκων. Δεν μπορείς να εμποδίσεις τους ανθρώπους να αλλάξουν. Δεν μπορείς να εξηγήσεις κάθε τραγωδία. Και δεν μπορείς να κάνεις τον κόσμο ασφαλή απλώς επειδή τον παρατηρείς προσεκτικά. Αυτό είναι που μετατρέπει τη «Λίστα με τα ύποπτα πράγματα» από ένα ενδιαφέρον μυστήριο σε ένα ουσιαστικό coming-of-age μυθιστόρημα.
Η απώλεια της παιδικής αθωότητας δεν παρουσιάζεται ως μία μεγάλη, θεαματική στιγμή. Έρχεται μέσα από μικρές αποκαλύψεις. Μέσα από πράγματα που η Μιβ αρχίζει να καταλαβαίνει. Μέσα από ανθρώπους που δεν είναι αυτοί που πίστευε. Μέσα από την ανακάλυψη ότι η σιωπή μπορεί να κρύβει πόνο και ότι η αγάπη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξέρουμε πώς να βοηθήσουμε. Η Jennie Godfrey, έχοντας μεγαλώσει η ίδια στο Δυτικό Γιορκσάιρ και αντλώντας έμπνευση από τα παιδικά της χρόνια στη δεκαετία του 1970, δημιουργεί μια εποχή που μοιάζει ταυτόχρονα μακρινή και εκπληκτικά οικεία.
Πίσω από τον φόβο, τα εγκλήματα, τις κοινωνικές εντάσεις και τα οικογενειακά μυστικά, υπάρχει ένα κορίτσι που προσπαθεί απλώς να καταλάβει τον κόσμο. Και όσο περισσότερο ψάχνει για έναν δολοφόνο, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι γύρω της έχουν τις δικές τους ιστορίες, τα δικά τους τραύματα, τις δικές τους προκαταλήψεις και τα δικά τους μυστικά. Γιατί τελικά η πιο δύσκολη λίστα δεν είναι εκείνη με τα ύποπτα πράγματα. Είναι η λίστα με όλα όσα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Και η ενηλικίωση είναι ίσως η στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις για να συνεχίσουμε να προχωράμε.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Jennie Godfrey (Τζένι Γκόντφρεϊ) μεγάλωσε στο δυτικό Γιορκσάιρ σε μια οικογένεια εργατών σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Το 2020, εγκατέλειψε την καριέρα της στον κόσμο των επιχειρήσεων για να αφιερωθεί πλήρως στα βιβλία. Σήμερα είναι συγγραφέας και βιβλιοπώλισσα μερικής απασχόλησης, ενώ ζει και γράφει στην ύπαιθρο του Σόμερσετ. Η λίστα με τα ύποπτα πράγματα είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και το εμπνεύστηκε από τα παιδικά της χρόνια στην αγγλική επαρχία του 1970. Έχει ξεπεράσει τα 400.000 αντίτυπα στο Ηνωμένο Βασίλειο και μεταφράζεται σε 20 γλώσσες.

