Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Όταν η κόλαση μοιάζει ύποπτα με το πανεπιστήμιο…
Τι θα ήσουν διατεθειμένος να κάνεις για να πάρεις το διδακτορικό σου; Να ξενυχτήσεις; Να θυσιάσεις την προσωπική σου ζωή; Να ανεχτείς έναν καθηγητή που σε διαλύει ψυχολογικά; Να αμφισβητήσεις όλα όσα πίστευες για τον εαυτό σου; Η Alice Law θα πήγαινε λίγο παραπέρα. Θα κατέβαινε μέχρι την Κόλαση.
Η R.F. Kuang παίρνει την έννοια του katabasis —την κάθοδο ενός ήρωα στον Κάτω Κόσμο— και τη μετατρέπει σε μια σκοτεινή ακαδημαϊκή φαντασία όπου η μαγεία συναντά τη φιλοσοφία, η μυθολογία τη λογική και η φιλοδοξία την αυτοκαταστροφή. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η Alice Law, υποψήφια διδάκτορας στο Cambridge, η οποία έχει αφιερώσει σχεδόν ολόκληρη την ύπαρξή της στη μελέτη της Αναλυτικής Μαγείας και στην προσπάθεια να γίνει μία από τις σημαντικότερες μάγους του κόσμου.
Όταν ο καθηγητής της, Jacob Grimes, πεθαίνει σε ένα μαγικό ατύχημα, η Alice βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που για εκείνη είναι πολύ μεγαλύτερο από την απώλεια ενός μέντορα. Ο Grimes είναι νεκρός, η διατριβή της κινδυνεύει και μαζί της κινδυνεύει ολόκληρη η ακαδημαϊκή ζωή για την οποία έχει θυσιάσει τα πάντα. Η λύση μοιάζει παράλογη, αλλά στον κόσμο της Alice η λογική μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην πιο παράλογη απόφαση. Να κατέβει στην Κόλαση και να προσπαθήσει να φέρει πίσω την ψυχή του.
Δεν θα το κάνει μόνη. Μαζί της βρίσκεται ο Peter Murdoch, συμφοιτητής, ακαδημαϊκός αντίπαλος και ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούν να την ακολουθήσουν σε ένα τέτοιο ταξίδι. Η σχέση τους αποτελεί από την αρχή ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ιστορίας. Δεν ξεκινούν ως δύο άνθρωποι που εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Είναι ανταγωνιστές, δύο εξαιρετικά ευφυείς άνθρωποι που έχουν μάθει να μετρούν την αξία τους με βάση τις επιδόσεις τους και να αντιμετωπίζουν τον άλλον ως πιθανή απειλή.
Η κάθοδός τους στον Κάτω Κόσμο, επομένως, δεν είναι μόνο μια περιπέτεια επιβίωσης. Είναι και μια αναγκαστική συνύπαρξη δύο ανθρώπων που έχουν μάθει να λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα όπου η συνεργασία συχνά θεωρείται αδυναμία. Και η Kuang εκμεταλλεύεται αυτή τη συνθήκη εξαιρετικά καλά.
Το πιο ευφυές εύρημα του «Katabasis» είναι ότι η Κόλαση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη φανταστικό κόσμο στον οποίο πρέπει να επιβιώσουν οι ήρωες. Είναι καθρέφτης του κόσμου από τον οποίο προσπαθούν να ξεφύγουν.
Η ακαδημαϊκή ζωή στο βιβλίο είναι ήδη μια μορφή κόλασης. Η ατέρμονη ανάγκη για αποδείξεις, η αξιολόγηση, η ανταγωνιστικότητα, η εξάρτηση από έναν καθηγητή, η ανάγκη να πάρεις την έγκριση των ανθρώπων που βρίσκονται ψηλότερα στην ιεραρχία και η πεποίθηση ότι η αξία σου εξαρτάται από το πόσο έξυπνος είσαι, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η προσωπική ζωή γίνεται εύκολα δευτερεύουσα. Η Kuang απλώς παίρνει αυτή την πραγματικότητα και την κάνει κυριολεκτική.
Η Κόλαση του «Katabasis» είναι ένας χώρος που μοιάζει με παραμορφωμένη πανεπιστημιούπολη. Οι νεκροί συνεχίζουν να βρίσκονται παγιδευμένοι σε διαδικασίες, κανόνες και δοκιμασίες, ενώ η ίδια η λογική που υποτίθεται ότι οδηγεί στη γνώση μπορεί να γίνει εργαλείο βασανισμού. Οι διαφορετικές περιοχές του Κάτω Κόσμου συνδέονται με παραδόσεις και μυθολογίες από διαφορετικούς πολιτισμούς, ενώ η Kuang αντλεί υλικό από τον Δάντη, την αρχαία ελληνική παράδοση, την κινεζική μυθολογία και άλλες λογοτεχνικές και φιλοσοφικές πηγές.
Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος πυκνός, παράξενος και συχνά εφιαλτικός, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίσιμος. Γιατί η πραγματική φρίκη δεν βρίσκεται μόνο στα τέρατα που συναντούν η Alice και ο Peter. Βρίσκεται και στην ιδέα ότι μπορεί να περάσεις ολόκληρη τη ζωή σου προσπαθώντας να αποδείξεις πως αξίζεις να βρίσκεσαι κάπου.
Η μαγεία αποτελεί ένα ακόμη από τα δυνατά «χαρτιά» του βιβλίου. Στον κόσμο της Kuang η μαγεία δεν λειτουργεί ως ένα απλό σύστημα ξορκιών. Συνδέεται με τη λογική, τα μαθηματικά, τη φιλοσοφία, τη γλώσσα και τα παράδοξα. Οι χαρακτήρες δεν χρειάζεται απλώς να γνωρίζουν πώς να κάνουν κάτι. Πρέπει να καταλαβαίνουν γιατί λειτουργεί, ποια λογική το στηρίζει και πώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις αντιφάσεις της πραγματικότητας προς όφελός τους. Αυτό κάνει τη μαγεία του Katabasis να μοιάζει περισσότερο με ακαδημαϊκή επιστήμη παρά με ότι έχουμε συνηθίσει στο παραδοσιακό fantasy.
Παράλληλα, όμως, η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό worldbuilding τέχνασμα. Συνδέεται άμεσα με την κεντρική ιδέα του βιβλίου, την πίστη ότι η γνώση μπορεί να μας προστατεύσει από τα πάντα.
Η Alice έχει μάθει να αντιμετωπίζει κάθε πρόβλημα ως πρόβλημα που μπορεί να λυθεί. Αν κάτι δεν καταλαβαίνει, πρέπει να το μελετήσει. Αν κάτι την πληγώνει, πρέπει να το αναλύσει. Αν κάποιος την αδικεί, πρέπει να βρει τη λογική πίσω από τη συμπεριφορά του. Μόνο που η ζωή δεν είναι μαθηματική εξίσωση. Κάποια πράγματα δεν λύνονται με ένα θεώρημα. Κάποιες πληγές δεν εξαφανίζονται επειδή τις κατανοήσαμε. Και η γνώση, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αποτελεί πάντα προστασία από τον πόνο.
Η Alice είναι ένας χαρακτήρας που δεν είναι εύκολο να αγαπήσεις και ακριβώς γι’ αυτό είναι ενδιαφέρουσα. Είναι πανέξυπνη, φιλόδοξη, πεισματάρα και εξαιρετικά απαιτητική με τον εαυτό της. Έχει μάθει να θεωρεί την επιτυχία όχι απλώς στόχο αλλά προϋπόθεση για να έχει αξία η ζωή της. Η προσωπική της ζωή, η ξεκούραση, οι ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και η σωματική της υγεία έχουν μικρότερη σημασία από την ακαδημαϊκή της πορεία.
Πίσω από αυτή τη φιλοδοξία, όμως, βρίσκεται κάτι πολύ πιο εύθραυστο. Η Alice χρειάζεται την αναγνώριση του Grimes. Χρειάζεται να πιστεύει ότι είναι ξεχωριστή. Χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι αρκετά έξυπνη, αρκετά σημαντική, αρκετά ικανή ώστε να αξίζει μια θέση σε έναν κόσμο που έχει μάθει να μετρά τους ανθρώπους με βάση τα επιτεύγματά τους.
Η σχέση της με τον Grimes είναι νομίζω το πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας. Είναι ένας άνθρωπος που ταυτόχρονα θαυμάζει και φοβάται, ένας μέντορας που έχει γίνει σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ταυτότητά της. Η κακοποίηση της εξουσίας του δεν είναι κάτι που η Alice μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει, ακριβώς επειδή έχει πείσει τον εαυτό της ότι η ευφυΐα του τον κάνει απαραίτητο. Τελικά, πόσο εύκολα μπορούμε να δικαιολογήσουμε έναν άνθρωπο που μας πληγώνει όταν πιστεύουμε ότι έχει τη δύναμη να μας οδηγήσει εκεί που θέλουμε να φτάσουμε;
Ο Peter λειτουργεί ως αντίβαρο στην Alice, αλλά όχι ως απλός «αντίθετος» χαρακτήρας. Είναι επίσης φιλόδοξος, έξυπνος και βαθιά δεμένος με την ακαδημαϊκή του ταυτότητα. Όπως η Alice, έχει επενδύσει τεράστιο κομμάτι του εαυτού του στην αναγνώριση που μπορεί να του προσφέρει η ακαδημαϊκή κοινότητα. Η σχέση του με τον Grimes, επομένως, είναι διαφορετική αλλά εξίσου περίπλοκη.
Καθώς οι δύο τους προχωρούν στην Κόλαση, η αντιπαλότητα αρχίζει να μετατρέπεται σε κάτι πιο σύνθετο. Αναγκάζονται να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον, να αναγνωρίσουν τις αδυναμίες τους και να αντιμετωπίσουν πράγματα που μόνοι τους θα προτιμούσαν να αποφύγουν.
Η σχέση Alice και Peter δεν είναι απλώς ένα romance που τοποθετήθηκε μέσα σε μια fantasy περιπέτεια. Συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη και των δύο χαρακτήρων. Η ανάγκη τους να είναι οι καλύτεροι, να έχουν δίκιο και να αποδεικνύουν διαρκώς την αξία τους αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη να επιβιώσουν, να εμπιστευτούν και τελικά να δουν ο ένας τον άλλον ως άνθρωπο και όχι ως ανταγωνιστή.
Στον πυρήνα του «Katabasis» βρίσκεται η κριτική της Kuang απέναντι στην ακαδημαϊκή κουλτούρα και, ευρύτερα, απέναντι στην ιδέα ότι η επιτυχία δικαιολογεί κάθε θυσία. Η Alice δεν είναι απλώς μια φοιτήτρια που θέλει να πάρει το διδακτορικό της. Είναι ένας άνθρωπος που έχει πείσει τον εαυτό του ότι χωρίς αυτό δεν υπάρχει μέλλον. Όσο περισσότερο προχωρά, τόσο πιο πολύ δυσκολεύεται να ξεχωρίσει αν κυνηγά πραγματικά ένα όνειρο ή αν προσπαθεί να δικαιολογήσει όλες τις θυσίες που έχει ήδη κάνει.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένας στόχος γίνεται τόσο σημαντικός ώστε να μην μπορούμε πλέον να παραδεχτούμε ότι ίσως δεν αξίζει το κόστος; Η Kuang μιλά για την εξουσία των θεσμών, την κακοποίηση από ανθρώπους που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, τον ανταγωνισμό, τον μισογυνισμό, την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση, αλλά και για κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Την εσωτερικευμένη ανάγκη να συνεχίζουμε να υπηρετούμε ένα σύστημα ακόμη κι όταν καταλαβαίνουμε ότι μας καταστρέφει.
Πίσω από όλη τη φιλοσοφία, τη μυθολογία και τα λογικά παράδοξα, το «Katabasis» είναι τελικά ένα βιβλίο για τη ζωή. Για το τι σημαίνει να ζεις όταν δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο επίτευγμα που πρέπει να κατακτήσεις. Για το αν η αξία μιας ζωής χρειάζεται να αποδειχθεί. Για το αν μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς να είμαστε συνεχώς χρήσιμοι, παραγωγικοί, έξυπνοι ή επιτυχημένοι. Η Κόλαση λειτουργεί ως ακραίο εργαστήριο για όλα αυτά τα ερωτήματα. Αφαιρώντας σταδιακά από τους χαρακτήρες όσα θεωρούν σημαντικά, η Kuang τους αναγκάζει να αναρωτηθούν τι απομένει όταν δεν υπάρχει πια τίποτα να αποδείξουν.
Το «Katabasis» δεν υποστηρίζει ότι η γνώση είναι άχρηστη. Το αντίθετο. Η Kuang γράφει σαν άνθρωπος που αγαπά βαθιά τη μάθηση, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την πνευματική περιέργεια. Αυτό που αμφισβητεί είναι η στιγμή που η αγάπη για τη γνώση μετατρέπεται σε λατρεία ενός συστήματος που απαιτεί να θυσιάσεις τον εαυτό σου για να σου επιτρέψει να ανήκεις σε αυτό. Και αυτή η διαφορά έχει τεράστια σημασία.
Το «Katabasis» είναι ένα φιλόδοξο dark academia fantasy που χρησιμοποιεί την Κόλαση για να μιλήσει για έναν πολύ γήινο φόβο. Ότι μπορεί να περάσουμε τη ζωή μας κυνηγώντας την επόμενη επιτυχία και να ξεχάσουμε να τη ζήσουμε. Η κάθοδος της Alice στον Κάτω Κόσμο είναι, επομένως, πολύ περισσότερο από μια περιπέτεια. Είναι μια αναγκαστική αναμέτρηση με τη φιλοδοξία, την εξουσία, το τραύμα, την ανάγκη για αναγνώριση και την ιδέα ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε πως αξίζουμε. Γιατί, τελικά, η πιο δύσκολη ερώτηση δεν είναι αν μπορούμε να κατέβουμε στην Κόλαση. Είναι αν μπορούμε να επιστρέψουμε από εκεί και να αποφασίσουμε ότι η ζωή μας αξίζει ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κανείς να μας δώσει έναν βαθμό, έναν τίτλο ή μια χρυσή συστατική επιστολή.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Ρεμπέκκα Φ. Κουάνγκ (γενν. 1996) μεγάλωσε στο Ντάλλας του Τέξας και σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Τζορτζτάουν και Σινολογία στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Κέμπριτζ και του Γέιλ.
Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο The Poppy War εκδόθηκε το 2018 και ήταν ο πρώτος τόμος μιας τριλογίας (υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη), η οποία ολοκληρώθηκε με τα The Dragon Republic (2019) και The Burning God (2020). Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: Βαβέλ ή H αναγκαιότητα της βίας (Εκδόσεις Πατάκη, 2025), Yellowface (Εκδόσεις Πατάκη, 2024) και Katabasis (υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη).
To Βαβέλ ή H αναγκαιότητα της βίας πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2022 και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Τιμήθηκε με το Βραβείο Blackwell’s (2022), το Βραβείο Nebula (2022), το Βραβείο Μυθοπλασίας στα Nibbies (Βρετανικά Βραβεία Βιβλίου, 2023) και το Βραβείο του περιοδικού Locus (2023).

