Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Ένας φθινοπωρινός έρωτας στο Βερμόντ, ένας ξενώνας, ένας single μπαμπάς με δύο κόρες και μια γυναίκα που πρέπει να αποφασίσει αν η ζωή που έχει σχεδιάσει είναι πράγματι αυτή που θέλει.
Αν υπάρχει κάτι που κάνει το «Ό,τι μας κάνει ευτυχισμένους» της Julie Olivia να ξεχωρίζει από την πρώτη κιόλας ματιά, είναι η ατμόσφαιρά του. Βρισκόμαστε στο 1997, σε μια μικρή πόλη του Βερμόντ, μέσα στο φθινόπωρο, με φύλλα που αλλάζουν χρώμα, μικρά μαγαζιά, ζαχαροπλαστεία που μοσχοβολούν κεκάκια μήλου, ένα ζεστό bed & breakfast και μια κοινότητα όπου όλοι γνωρίζουν τους πάντες. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκεται μια γυναίκα που μόλις έχει βγει από έναν γάμο και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς θα κάνει με τη ζωή της από εδώ και πέρα.
Η Μισέλ δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τη ζωή της στο Σιάτλ. Τουλάχιστον όχι μόνιμα. Έχει μια απαιτητική δουλειά στη διαφήμιση, μια επαγγελματική πορεία για την οποία έχει δουλέψει σκληρά και έναν ξεκάθαρο στόχο, να επιστρέψει στην πόλη και να συνεχίσει να κυνηγά την προαγωγή που θέλει. Όμως ο θάνατος της μητέρας της και το διαζύγιό της την οδηγούν προσωρινά Κόπερ Ραν, όπου αναλαμβάνει το οικογενειακό bed & breakfast. Η συμφωνία είναι απλή, θα μείνει για λίγους μήνες, μέχρι η μικρότερη αδερφή της να ολοκληρώσει τις σπουδές της και να αναλάβει εκείνη τον ξενώνα. Μόνο που η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να περιπλέκει ακόμη και τα πιο προσωρινά σχέδια, ειδικά όταν στο κάδρο μπαίνει ο Κλιφ!
Ο Κλιφ είναι ο γείτονας της Μισέλ, ιδιοκτήτης του δημοφιλούς ζαχαροπλαστείου της πόλης και πατέρας δύο κοριτσιών. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που μοιάζουν να ξέρουν τι χρειάζεσαι πριν προλάβεις να το ζητήσεις. Γνωρίζει την περιοχή, γνωρίζει τους κατοίκους, γνωρίζει πώς λειτουργεί ο ξενώνας και, κυρίως, είχε ήδη μια σχέση με τη μητέρα της Μισέλ. Έτσι, όταν βλέπει τη νέα ιδιοκτήτρια του ξενώνα να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε έναν κόσμο που της είναι εντελώς άγνωστος, προσφέρεται να βοηθήσει. Η Michelle, φυσικά, δεν είναι ακριβώς ενθουσιασμένη με την ιδέα.
Όχι επειδή ο Κλιφ είναι αντιπαθητικός. Το ακριβώς αντίθετο. Είναι υπερβολικά συμπαθητικός. Είναι γοητευτικός, αστείος, προστατευτικός, ξέρει να φροντίζει τους ανθρώπους γύρω του και, επιπλέον, είναι ένας εξαιρετικός πατέρας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είναι και ζαχαροπλάστης. Όπως φαίνεται, η Julie Olivia πιστεύει ότι δεν έχουμε αρκετούς λόγους να ερωτευτούμε τον ήρωά της και προσθέτει και φρέσκα γλυκά!
Η σχέση των δύο ηρώων δεν ξεκινάει με κεραυνοβόλο έρωτα. Ξεκινάει με μια φιλία που χτίζεται σιγά σιγά, μέσα από την καθημερινότητα. Ο Κλιφ βρίσκεται συνεχώς κάπου κοντά, η Μισέλ προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή, οι δύο τους γνωρίζονται καλύτερα και, χωρίς να το καταλάβουν, αρχίζουν να δημιουργούν μια σχέση που έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος από εκείνο που αρχικά είχαν υπολογίσει. Και έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί, δεν είναι απλώς μια ιστορία για δύο ανθρώπους που ερωτεύονται. Είναι μια ιστορία για δύο ανθρώπους που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία της ζωής τους και καλούνται να επανεξετάσουν τι θεωρούν σημαντικό.
Η Μισέλ έχει μάθει να στηρίζεται στον εαυτό της. Η καριέρα της, η ανεξαρτησία της και η οργανωμένη ζωή της αποτελούν κομμάτια της ταυτότητάς της. Μετά το διαζύγιό της, όμως, βρίσκεται μπροστά σε ένα παράξενο κενό. Έχει χάσει ένα κομμάτι της ζωής που θεωρούσε δεδομένο και, ταυτόχρονα, βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια της μητέρας της, η σχέση της με την οποία που δεν ήταν απαραίτητα απλή. Το Κόπερ Ραν λειτουργεί έτσι σαν ένα ενδιάμεσο στάδιο. Δεν είναι ακριβώς το σπίτι της, αλλά ούτε και ένας απλός προορισμός. Είναι ένας τόπος όπου η Μισέλ μπορεί, για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, να σταματήσει και να αναρωτηθεί τι θέλει πραγματικά. Και κάπου εδώ το βιβλίο αρχίζει να μιλά για κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από τον έρωτα. Για την ιδέα που έχουμε δημιουργήσει για την επιτυχία.
Η Μισέλ έχει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το πώς πρέπει να είναι η ζωή της. Έχει στόχους, πρόγραμμα και σχέδιο. Ο Κλιφ, από την άλλη, έχει χτίσει τη ζωή του γύρω από την οικογένειά του, την κοινότητά του και το ζαχαροπλαστείο του. Οι δύο κόσμοι τους μοιάζουν αρχικά εντελώς διαφορετικοί. Όσο όμως γνωρίζονται, η Μισέλ αρχίζει να ανακαλύπτει ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται απαραίτητα εκεί που περίμενε να τη βρει. Αυτή η αλλαγή όμως δεν παρουσιάζεται σαν κάτι εύκολο.
Η Μισέλ δεν ξυπνά ένα πρωί και αποφασίζει ότι όλα όσα πίστευε μέχρι τότε ήταν λάθος. Η πορεία της είναι πιο σταδιακή. Έχει αντιστάσεις, αμφιβολίες και έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο αρνείται να δεθεί με ανθρώπους και με τον ίδιο τον τόπο. Ξέρει ότι σε λίγους μήνες θα φύγει. Άρα, γιατί να δημιουργήσει δεσμούς που θα χρειαστεί αργότερα να αποχωριστεί; Αυτή η προσωρινότητα είναι ουσιαστικά η καρδιά της ιστορίας. Γιατί, τι συμβαίνει όταν κάτι που θεωρούμε προσωρινό αρχίζει να αποκτά σημασία;
Ο Κλιφ λειτουργεί ως το αντίβαρο της Μισέλ. Δεν προσπαθεί να της δείξει ότι ο δικός του τρόπος ζωής είναι ο σωστός. Αντίθετα, η σχέση τους βασίζεται στο ότι ο ένας αρχίζει να καταλαβαίνει τον κόσμο του άλλου. Εκείνος βλέπει πίσω από την ψυχραιμία και την αυτοπεποίθησή της, ενώ εκείνη ανακαλύπτει σταδιακά τι υπάρχει πίσω από τον χαμογελαστό, εξυπηρετικό άντρα που μοιάζει να έχει τα πάντα υπό έλεγχο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι δύο κόρες του Κλιφ, οι οποίες δεν υπάρχουν απλώς για να λειτουργήσουν ως «χαριτωμένο» συμπλήρωμα της ιστορίας. Η παρουσία τους προσθέτει μια διαφορετική διάσταση στη σχέση των δύο πρωταγωνιστών και επιτρέπει στη Μισέλ να γνωρίσει μια πλευρά του Κλιφ που δεν θα μπορούσε να δει μέσα από μια απλή ερωτική σχέση. Η πατρότητα, οι ευθύνες, οι δυσκολίες της οικογένειας και οι διαφορετικές ανάγκες των παιδιών γίνονται οργανικό κομμάτι της ιστορίας.
Παράλληλα, η σχέση της Michelle με την οικογένειά της δίνει στην ιστορία ένα πιο συναισθηματικό υπόβαθρο. Η απώλεια της μητέρας της δεν χρησιμοποιείται απλώς ως αφορμή για να βρεθεί η ηρωίδα στο Βερμόντ. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό της, τις σχέσεις της και τον οικογενειακό της ρόλο. Ο ξενώνας είναι ταυτόχρονα μια επιχείρηση, ένα οικογενειακό κληροδότημα και ένας χώρος γεμάτος αναμνήσεις. Κι έτσι έχουμε κάτι παραπάνω από ένα απλό cozy romance.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί το φθινοπωρινό σκηνικό και τη νοσταλγική ατμόσφαιρα του 1997 όχι μόνο ως όμορφο υπόβαθρο. Η εποχή στην οποία τοποθετεί την ιστορία επιτρέπει στους χαρακτήρες να επικοινωνούν με διαφορετικό τρόπο. Δεν υπάρχουν smartphones, εφαρμογές γνωριμιών ή συνεχής διαδικτυακή παρουσία. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι πραγματικά παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου. Η σχέση χτίζεται μέσα από συζητήσεις, επισκέψεις, μικρές χειρονομίες και χρόνο.
Το «Ό,τι μας κάνει ευτυχισμένους» είναι ένα slow-burn romance με την ουσιαστική έννοια του όρου. Η έλξη υπάρχει, αλλά η συγγραφέας αφήνει χώρο στη γνωριμία. Ο Κλιφ και η Μισέλ πρώτα μαθαίνουν ο ένας τον άλλον, γίνονται φίλοι, μοιράζονται καθημερινές στιγμές και μόνο σταδιακά αρχίζουν να βλέπουν τη σχέση τους διαφορετικά. Η ερωτική ιστορία επομένως δεν βασίζεται μόνο στη χημεία, αλλά και στην εμπιστοσύνη που χτίζεται ανάμεσά τους. Και φυσικά υπάρχει και το χιούμορ.
Η Μισέλ είναι ένας χαρακτήρας που βρίσκεται έξω από το στοιχείο της. Από μια απαιτητική επαγγελματική ζωή στο Σιάτλ βρίσκεται να προσπαθεί να διαχειριστεί έναν ξενώνα στο Βερμόντ, να επικοινωνήσει με ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους από πάντα και να φτιάξει γλυκά που, σύμφωνα με την ίδια, δεν θα έπρεπε να σερβιριστούν ούτε στον χειρότερο εχθρό της. Ο Κλιφ, με την πιο χαλαρή και εξωστρεφή προσωπικότητά του, δημιουργεί μια ωραία αντίθεση μαζί της.
Τι είναι αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους τελικά; Η δουλειά που κυνηγήσαμε για χρόνια; Η ασφάλεια; Ένα σπίτι; Μια οικογένεια; Ένας άνθρωπος; Ένας τόπος; Ή μήπως εκείνες οι μικρές, καθημερινές στιγμές που δεν είχαμε καν υπολογίσει όταν σχεδιάζαμε τη ζωή μας; Η Μισέλ ξεκινά την ιστορία πιστεύοντας ότι γνωρίζει πολύ καλά την απάντηση. Το Κόπερ Ραν είναι προσωρινό. Ο ξενώνας είναι μια υποχρέωση. Ο Κλιφ είναι ένας γείτονας που θα μπορούσε να γίνει φίλος. Και μετά θα επιστρέψει στο Σιάτλ. Όμως η ζωή, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα σχέδιά μας.
Η Julie Olivia γράφει μια ζεστή και χουχουλιάρικη ρομαντική ιστορία, γεμάτη φθινόπωρο, μικρή πόλη, οικογενειακές σχέσεις, φιλία και έναν έρωτα που δεν βιάζεται να γίνει έρωτας. Η ιστορία της έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που περιμένεις από ένα cozy romance, αλλά πίσω από τα φανελένια πουκάμισα, τα γλυκά, τον ξενώνα και τις φθινοπωρινές εικόνες υπάρχει μια πιο ουσιαστική ιστορία για το πώς ξαναφτιάχνεις τη ζωή σου όταν αυτή που είχες σχεδιάσει δεν υπάρχει πια. Μήπως τελικά το δύσκολο δεν είναι να βρεις ξανά την ευτυχία, αλλά να επιτρέψεις στον εαυτό σου να τη φανταστεί διαφορετική από εκείνη που είχες προγραμματίσει.
«Ό,τι μας κάνει ευτυχισμένους», λοιπόν, για όσους αγαπούν τα slow-burn romances, τα friends-to-lovers, τις μικρές πόλεις, τους single dads, τα οικογενειακά δράματα, τις φθινοπωρινές ιστορίες και, φυσικά, εκείνα τα βιβλία που σε κάνουν να θέλεις μια κουβέρτα, ένα ζεστό ρόφημα και ένα ζαχαροπλαστείο που μυρίζει υπέροχα κάπου δίπλα σου. 🍂🥐☕️
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η ΤΖΟΥΛΙ ΟΛΙΒΙΑ γράφει χουχουλιάρικες και πιπεράτες αισθηματικές ιστορίες, γεμάτες με χιούμορ και παρεάκια φίλων που θυμίζουν ζεστή αγκαλιά. Είναι φανατική των ρόλερ κόστερ, μανιώδης αναγνώστρια ρομαντικών βιβλίων και λάτρις των βροχερών ημερών. Η Τζούλι και ο σύζυγός της ζουν στην Ατλάντα της Τζόρτζια μαζί με τα κατοικίδιά τους που έχουν άποψη για τα πάντα.

