«Κύριος Λάκης, μια ψεύτικη βιογραφία» από την Ελισάβετ Φωτοπούλου #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη ζωή ενός ανθρώπου που δεν χωράει εύκολα σε μια συνηθισμένη βιογραφία; Πόσες διαφορετικές εκδοχές μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, πόσες ιστορίες μπορούν να γεννηθούν γύρω από το όνομά του και πόση αλήθεια μπορεί τελικά να υπάρχει μέσα σε μια αφήγηση που μας προειδοποιεί εξαρχής πως είναι ψεύτικη; Η Ελισάβετ Φωτοπούλου παίρνει έναν κύριο που ονομάζεται Λάκης και τον τοποθετεί στο κέντρο ενός κόσμου όπου το παράδοξο συναντά την καθημερινότητα, το παράλογο συνομιλεί με το οικείο και οι πιο αλλόκοτες καταστάσεις μπορούν να κρύβουν κάτι βαθιά ανθρώπινο.

Στο «Κύριος Λάκης, μια ψεύτικη βιογραφία», η συγγραφέας δεν ακολουθεί τον δρόμο μιας συμβατικής, γραμμικής αφήγησης. Αντί γι’ αυτό, συνθέτει μικρές ιστορίες που ενώνονται γύρω από τον κεντρικό ήρωα και τους ανθρώπους που περνούν από τη ζωή του. Το αποτέλεσμα είναι ένα λογοτεχνικό σύμπαν που μοιάζει να υπακούει στους δικούς του κανόνες, αφήνοντας χώρο στη φαντασία, στην ανατροπή και στο χιούμορ, χωρίς να απομακρύνεται από όσα απασχολούν τους ανθρώπους στην πραγματική τους ζωή.

Ο τίτλος λειτουργεί σαν μια μικρή λογοτεχνική παγίδα. Μια βιογραφία υποτίθεται πως καταγράφει τη ζωή ενός ανθρώπου, πως βάζει σε τάξη τα γεγονότα και πως προσπαθεί να ξεχωρίσει όσα συνέβησαν από όσα απλώς πιστεύουμε ότι συνέβησαν. Τι γίνεται, όμως, όταν η ίδια η αφήγηση αρνείται να δεσμευτεί σε αυτή τη συμφωνία με τον αναγνώστη; Όταν το πρόσωπο που βρίσκεται στο κέντρο της δεν είναι απαραίτητο να παραμείνει ακριβώς το ίδιο από τη μία ιστορία στην άλλη;

Ο κύριος Λάκης δεν παρουσιάζεται ως ένας ήρωας που χρειάζεται να ακολουθήσουμε από την παιδική του ηλικία μέχρι τα γηρατειά του, παρακολουθώντας μια σειρά από καθοριστικά γεγονότα. Αντίθετα, οι μικρές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο μάς προσφέρουν διαφορετικές όψεις της φανταστικής ζωής του, με τους υπόλοιπους κυρίους και τις κυρίες να συμπληρώνουν το σκηνικό. Η ενότητα δεν προκύπτει απαραίτητα από μια αυστηρή χρονική ακολουθία, αλλά από την κοινή ατμόσφαιρα, τις επαναλαμβανόμενες παρουσίες και τη λογική ενός κόσμου όπου η πραγματικότητα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεφύγει από τα συνηθισμένα της όρια.

Αυτή η αφηγηματική επιλογή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή επιτρέπει στον κεντρικό χαρακτήρα να παραμένει ταυτόχρονα συγκεκριμένος και απροσδιόριστος. Ο κύριος Λάκης γίνεται το σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφονται διαφορετικές ιστορίες, αλλά δεν εγκλωβίζεται απαραίτητα σε μία και μοναδική ταυτότητα. Οι αντιφάσεις και οι παραλλαγές του ανοίγουν χώρο για ερωτήματα σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους, πόσο καλά τους γνωρίζουμε και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι μπορούμε να συνοψίσουμε μια ολόκληρη ζωή σε μερικές πληροφορίες.

Η επιλογή των μικρών ιστοριών ταιριάζει ιδιαίτερα σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε αφήγηση μπορεί να δημιουργήσει τη δική της μικρή πραγματικότητα, να αναπτύξει μια παράξενη κατάσταση και να οδηγήσει σε μια ανατροπή, χωρίς να χρειάζεται να εξυπηρετεί αποκλειστικά την εξέλιξη μιας μεγάλης, ενιαίας πλοκής. Παράλληλα, η σύνδεση των ιστοριών δίνει στο βιβλίο συνοχή και αποτρέπει την αίσθηση ότι πρόκειται απλώς για ασύνδετα στιγμιότυπα. Η φανταστική βιογραφία αποκτά έτσι μια δική της μορφή. Περισσότερο σαν ένα μωσαϊκό από επεισόδια και λιγότερο σαν την καταγραφή μιας ζωής με αρχή, μέση και τέλος.

Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην περιγραφή του βιβλίου είναι η συνύπαρξη του σουρεαλισμού με την καυστικότητα. Η Φωτοπούλου δεν χρησιμοποιεί το παράδοξο απλώς για να δημιουργήσει περίεργες καταστάσεις ή να προκαλέσει την έκπληξη του αναγνώστη. Η υπερβολή και η ανατροπή μπορούν να λειτουργήσουν ως τρόποι να φωτιστούν πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που, αν παρουσιάζονταν με έναν απολύτως ρεαλιστικό τρόπο, ίσως περνούσαν απαρατήρητες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία που περιγράφεται στο οπισθόφυλλο, όπου ο κύριος Λάκης, πιεσμένος από τους ανθρώπους γύρω του να αντιμετωπίσει το κρύο, καταλήγει να καίει τα έπιπλα του σπιτιού του για να τους ζεστάνει. Η πράξη του είναι ταυτόχρονα παράλογη, υπερβολική και απολύτως συγκεκριμένη ως προς τις συνέπειές της. Στο τέλος, οι άνθρωποι μένουν χωρίς έπιπλα, αλλά αποκτούν μια ιστορία που θα θυμούνται για χρόνια.

Μέσα σε αυτή την αλλόκοτη εικόνα διακρίνεται μια ενδιαφέρουσα αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και στο αποτέλεσμα. Η ανάγκη να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των άλλων μπορεί να οδηγήσει σε θυσίες που ξεπερνούν κάθε λογικό όριο. Η προσφορά μετατρέπεται σε υπερβολή, η πρακτική λύση γίνεται καταστροφή και μια κατάσταση που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλά αποκτά διαστάσεις σχεδόν θεατρικές. Το χιούμορ γεννιέται από την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θα περίμενε κανείς να συμβεί και σε αυτό που τελικά συμβαίνει.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο ότι το παράλογο δεν απομακρύνει την ιστορία από την ανθρώπινη εμπειρία. Αντίθετα, μπορεί να μας κάνει να αναγνωρίσουμε συμπεριφορές που συναντάμε καθημερινά. Την υπερβολική προσαρμογή στις απαιτήσεις των άλλων, την αδυναμία να θέσουμε όρια, την επιμονή σε λύσεις που δεν λειτουργούν ή την τάση να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα με τρόπους που τελικά τα κάνουν μεγαλύτερα.

Το γκροτέσκο στοιχείο, επομένως, δεν είναι απλώς διακοσμητικό. Η παραμόρφωση της πραγματικότητας μπορεί να αποκαλύψει κάτι που η ίδια η πραγματικότητα συχνά κρύβει πίσω από τη σοβαροφάνεια και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και όταν η υπερβολή παρουσιάζεται με ανάλαφρη διάθεση, η κριτική γίνεται λιγότερο διδακτική και περισσότερο υπαινικτική. Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει μόνος του τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της ιστορίας.

Ο κύριος Λάκης δεν είναι ο μοναδικός που έχει σημασία σε αυτή την αφήγηση. Οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κόσμου του, καθώς μέσα από τις συναντήσεις, τις απαιτήσεις και τις αντιδράσεις τους δημιουργούνται οι συνθήκες για να ξεδιπλωθούν οι ιστορίες. Η παρουσία τους δεν έχει απλώς συμπληρωματικό ρόλο. Συμβάλλει στη δημιουργία ενός μικρόκοσμου στον οποίο οι ανθρώπινες σχέσεις, με τις παραδοξότητές τους, γίνονται εξίσου σημαντικές με τα ίδια τα γεγονότα.

Ανάμεσα στις χαρακτηριστικές φιγούρες που αναφέρονται στο βιβλίο βρίσκεται ο κύριος Πατρίκιος, ο οποίος δυσκολεύεται να ξεχωρίσει πότε οι άνθρωποι λένε την αλήθεια και πότε καταφεύγουν σε λόγια που τους προστατεύουν από αυτήν. Η συγκεκριμένη περιγραφή ανοίγει ένα ενδιαφέρον πεδίο γύρω από την ειλικρίνεια, την αυτοεξαπάτηση και τις ιστορίες που κατασκευάζουμε για να αντέξουμε όσα δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κατάματα.

Οι χαρακτήρες αυτού του κόσμου δεν χρειάζεται να είναι απολύτως ρεαλιστικοί ή ψυχολογικά αναλυμένοι με τον τρόπο που θα απαιτούσε ένα παραδοσιακό μυθιστόρημα. Η λειτουργία τους βρίσκεται συχνά στην ίδια την ιδιαιτερότητά τους, στην υπερβολή τους ή σε ένα χαρακτηριστικό που μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Μέσα από αυτές τις μικρές λογοτεχνικές προσωπογραφίες, η συγγραφέας μπορεί να σχολιάσει ανθρώπινες αδυναμίες χωρίς να χρειάζεται να τις κατονομάζει διαρκώς.

Οι χαρακτήρες μπορούν να λειτουργήσουν ως κάτι περισσότερο από μεμονωμένα πρόσωπα. Γίνονται φορείς αντιφάσεων που αναγνωρίζουμε γύρω μας, αλλά και μέσα μας. Η ανάγκη να μας καταλαβαίνουν, ο φόβος της αλήθειας, η δυσκολία της επικοινωνίας και η τάση να δημιουργούμε μια εικόνα για τον εαυτό μας συνθέτουν ένα πεδίο ανθρώπινων συμπεριφορών που προσφέρεται για παρατήρηση και σχολιασμό.

Παρά τον παιγνιώδη χαρακτήρα της, η αφήγηση αγγίζει ζητήματα που δεν είναι καθόλου επιφανειακά. Η αλήθεια και το ψέμα, η ταυτότητα, οι ανθρώπινες σχέσεις και η καθημερινή προσπάθεια να συνυπάρξουμε με τους άλλους αποτελούν θεματικούς άξονες που μπορούν να αναδειχθούν μέσα από την ιδιαίτερη δομή του βιβλίου.

Η έννοια της αλήθειας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν συνδέεται με την αφήγηση μιας ζωής. Καμία βιογραφία δεν είναι απλώς μια σειρά γεγονότων. Ακόμη και όταν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά, απαιτεί επιλογές. Τι θα συμπεριληφθεί, τι θα μείνει εκτός και ποια σημασία θα δοθεί σε όσα συνέβησαν. Η «ψεύτικη βιογραφία» της Φωτοπούλου μοιάζει να παίζει με αυτή την ίδια την ιδέα της αναπαράστασης, υπενθυμίζοντας ότι η ιστορία ενός ανθρώπου μπορεί να ιδωθεί από πολλές πλευρές.

Η ταυτότητα, άλλωστε, δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από όσα πιστεύουμε εμείς για τον εαυτό μας. Επηρεάζεται και από τις προσδοκίες των άλλων, από τις σχέσεις μας μαζί τους και από τους ρόλους που καλούμαστε να αναλάβουμε. Ο κύριος Λάκης, ως κεντρική φιγούρα μιας σειράς ιστοριών, προσφέρεται για μια τέτοια ανάγνωση. Η ζωή του δεν αποτελεί μόνο μια προσωπική διαδρομή, αλλά και έναν χώρο όπου συναντώνται διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο και τη θέση του ανάμεσα στους άλλους.

Παράλληλα, η καυστική διάθεση της γραφής επιτρέπει να εξεταστούν οι ανθρώπινες αδυναμίες χωρίς περιττή αυστηρότητα. Το χιούμορ δεν ακυρώνει τη σοβαρότητα των θεμάτων, αλλά προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισής τους. Μερικές φορές, μια παράδοξη κατάσταση μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα για μια συμπεριφορά από μια μακροσκελή εξήγηση, ακριβώς επειδή απογυμνώνει την καθημερινότητα από τις δικαιολογίες που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε.

Το «Κύριος Λάκης, μια ψεύτικη βιογραφία» είναι μια λογοτεχνική πρόταση που επιλέγει να προσεγγίσει τον άνθρωπο μέσα από την υπερβολή, το σουρεαλιστικό στοιχείο και το καυστικό χιούμορ. Αντί να προσφέρει μια συμβατική ιστορία με σαφή γραμμική εξέλιξη, δημιουργεί ένα σύνολο μικρών αφηγήσεων που συνδέονται μεταξύ τους και διαμορφώνουν έναν ιδιαίτερο κόσμο.

Με μια τέτοια προσέγγιση, η συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει το ανάλαφρο με το ουσιαστικό. Πίσω από τις αλλόκοτες καταστάσεις και τις παράξενες συμπεριφορές διακρίνονται ερωτήματα για την αλήθεια, την ταυτότητα, την επικοινωνία και την ανθρώπινη ανάγκη να βρούμε τη θέση μας ανάμεσα στους άλλους. Το χιούμορ γίνεται ένας τρόπος παρατήρησης της καθημερινότητας, ενώ η φαντασία επιτρέπει στις αντιφάσεις της να εμφανιστούν με μεγαλύτερη καθαρότητα.

Ο τίτλος, τελικά, αφήνει ανοιχτό ένα ερώτημα που ξεπερνά τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Πόσο αληθινή είναι οποιαδήποτε ιστορία αφηγούμαστε για έναν άνθρωπο και πόσα διαφορετικά πρόσωπα μπορούν να συνυπάρχουν μέσα σε μία μόνο ζωή; Ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται σε μια οριστική, πλήρη βιογραφία, αλλά στις μικρές ιστορίες που αποκαλύπτουν κάθε φορά κάτι διαφορετικό.

Για όσους αγαπούν την ελληνική λογοτεχνία που πειραματίζεται με τη φόρμα, τις σύντομες αφηγήσεις και το παράλογο ως εργαλείο σχολιασμού της πραγματικότητας, το βιβλίο της Ελισάβετ Φωτοπούλου αποτελεί μια ενδιαφέρουσα επιλογή. Γιατί, καμιά φορά, χρειάζεται να απομακρυνθούμε λίγο από τη λογική για να παρατηρήσουμε καθαρότερα όσα συμβαίνουν γύρω μας αλλά και μέσα μας.

 

Εκδόσεις ΚΨΜ

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Ελισάβετ Φωτοπούλου γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα. Περίπου έξι χρόνια αργότερα έμαθε να γράφει και από τότε δεν έχει καταφέρει να σταματήσει.
Σπούδασε Κινηματογράφο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η συλλογή μικροδιηγημάτων Στη γύρα είναι το πρώτο της βιβλίο.
Η κυρία Ελισάβετ εργάζεται πίσω από μια κάμερα γιατί είναι ο πιο ασφαλής τρόπος να μη στρέφεται ποτέ πάνω της, συγκινείται με σκύλους που αποτυγχάνουν στις εξετάσεις σκύλου υπηρεσίας επειδή θέλουν πάντα να κρατούν το λούτρινο ελεφαντάκι τους και απεχθάνεται όσες παρουσιάσεις βιβλίων δεν διακόπτονται από μεθυσμένους Σομαλούς που διεκδικούν μια θέση στο μικρόφωνο για να μοιραστούν τους καημούς τους.

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.