Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Τι μένει από έναν άνθρωπο όταν χάνει τη δουλειά που όριζε τη ζωή του; Για τη Σοφί, η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πρώην πρίμα μπαλαρίνα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την καριέρα της ύστερα από ένα ατύχημα. Μαζί με τη σκηνή χάνει και μια ταυτότητα που είχε χτίσει γύρω από τον χορό. Δεν ξέρει πώς να συστήσει τον εαυτό της στη νέα ζωή ούτε πώς να σταθεί μέσα στον γάμο της, που δοκιμάζεται από την απότομη αλλαγή. Όταν πιάνει δουλειά στον μικρό φούρνο του χωριού, το κάνει περισσότερο από ανάγκη παρά από ενδιαφέρον. Δεν περιμένει ότι εκεί θα βρει κάτι που θα την κάνει να κοιτάξει αλλιώς όσα νόμιζε πως είχαν τελειώσει.
Ο Τζάκομο, ο Ιταλός φούρναρης, προσεγγίζει την αρτοποιία σαν τέχνη που απαιτεί ρυθμό και προσοχή. Η Σοφί αναγνωρίζει στις κινήσεις του κάτι από τον χορό. Τα χέρια που δουλεύουν τη ζύμη, οι επαναλήψεις, η ακρίβεια και η αίσθηση του χρόνου. Στην αρχή, όμως, ο φούρνος δεν είναι γι’ αυτήν παρά ένας χώρος εργασίας που πρέπει να αντέξει. Σταδιακά, η καθημερινή επαφή με τον Τζάκομο και τη δουλειά του τής δίνει την ευκαιρία να παρατηρήσει όσα η απώλεια της προηγούμενης ζωής της δεν της επέτρεπε να δει.
Ο τίτλος παραπέμπει σε μια ιδέα που λειτουργεί και ως χαρακτηριστικό του Τζάκομο. Ο φούρνος του δεν είναι μόνο τόπος παραγωγής ψωμιού. Μέσα από τη δουλειά του και τον τρόπο με τον οποίο μιλά για αυτήν, οι ιστορίες των ανθρώπων αποκτούν θέση στην καθημερινότητά του. Το ψωμί γίνεται ένας τρόπος να φροντίζεις, να προσφέρεις και να συνδέεσαι με όσους περνούν από το μαγαζί. Η σύλληψη έχει μια παραμυθένια απαλότητα, όμως το βιβλίο δεν στηρίζεται σε κάποιο πραγματικό μυστικό της συνταγής. Περισσότερο ενδιαφέρεται για το τι μεταδίδεται μέσα από μια χειρωνακτική εργασία, η επιμονή, η συγκέντρωση, η αγάπη για αυτό που κάνεις και η προσοχή προς τους άλλους.
Ο Τζάκομο λειτουργεί ως αντίστιξη στη Σοφί, χωρίς να γίνεται απλώς ο σοφός δάσκαλος που έχει έτοιμες απαντήσεις για όλα. Η σχέση τους στηρίζεται κυρίως στην παρατήρηση και στην κοινή δουλειά. Εκείνος αντιμετωπίζει το ψωμί με μια ηρεμία που η Σοφί δυσκολεύεται να βρει, ενώ εκείνη φέρνει στον φούρνο το σώμα και την πειθαρχία μιας χορεύτριας. Η παραλληλία ανάμεσα στον χορό και στο ζύμωμα είναι εύληπτη και ταιριάζει στο θέμα της επανεκκίνησης. Μια τέχνη μπορεί να χαθεί, αλλά οι κινήσεις και οι γνώσεις που άφησε πίσω της δεν εξαφανίζονται μαζί της. Το ερώτημα δεν είναι αν η Σοφί θα επιστρέψει στην παλιά της ζωή, αλλά αν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της έξω από αυτήν.
Η δυσκολία της ηρωίδας δεν περιορίζεται στην επαγγελματική απογοήτευση. Η αλλαγή επηρεάζει τον γάμο της και την εικόνα που έχει για το μέλλον της. Αυτό δίνει στην ιστορία μεγαλύτερο βάθος από μια απλή αφήγηση αλλαγής καριέρας. Η Σοφί πρέπει να αντιμετωπίσει το πένθος για όσα έχασε, αλλά και την αμηχανία που συνοδεύει το να μην ξέρεις ακόμη τι θέλεις. Η νέα δουλειά δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματά της. Της προσφέρει, όμως, έναν χώρο όπου μπορεί να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό χωρίς να χρειάζεται εξαρχής να έχει βρει όλες τις απαντήσεις.
Σημαντικό μέρος της ιστορίας ανήκει και στους ανθρώπους γύρω από τον φούρνο. Η Έλσα, που εργάζεται στην πώληση και μοιάζει να έχει παραιτηθεί από κάθε προσδοκία, συναντά την ανιψιά της Σοφί, την Ανουκ, ένα παιδί με ζωηρή παρουσία. Η σχέση τους ανοίγει μια δεύτερη διαδρομή μέσα στο βιβλίο. Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τη Σοφί και δεν έχει την ίδια μορφή για όλους. Η Έλσα χρειάζεται να ξαναδεί τις δυνατότητές της, ενώ η Ανουκ πλησιάζει τους ανθρώπους χωρίς τις επιφυλάξεις που συχνά συσσωρεύονται με τα χρόνια. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες δεν έχουν όλοι τον ίδιο χώρο, αλλά βοηθούν τον φούρνο να λειτουργήσει ως μικρό κοινωνικό κέντρο και όχι απλώς ως σκηνικό για την προσωπική ιστορία της πρωταγωνίστριας.
Ο Carsten Henn επιλέγει μια ήπια, ευθύγραμμη αφήγηση. Το ψωμί και οι κινήσεις του φούρνου δίνουν στην ιστορία ένα σταθερό, χειροπιαστό μοτίβο, ενώ η ανάκαμψη της Σοφί εξελίσσεται μέσα από μικρές μετατοπίσεις στην καθημερινότητά της. Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει στη θεματική του βιβλίου, αν και κάποιες από τις σκέψεις για την αξία των μικρών πραγμάτων διατυπώνονται αρκετά καθαρά, χωρίς να αφήνουν πάντα στον αναγνώστη χώρο να τις συμπεράνει μόνος του. Η γλυκύτητα της αφήγησης μπορεί επίσης να κάνει ορισμένες αλλαγές να φαίνονται πιο ομαλές απ’ όσο θα ήταν στην πραγματική ζωή. Το βιβλίο ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δυνατότητα μιας νέας αρχής παρά για τις πρακτικές και συναισθηματικές δυσκολίες που θα απαιτούσε αυτή στην πραγματικότητα.
Το «Ο φούρναρης που ζύμωνε ιστορίες» είναι, τελικά, ένα μυθιστόρημα για την απώλεια μιας επαγγελματικής ταυτότητας και για το αργό χτίσιμο μιας καινούργιας σχέσης με τον εαυτό. Η αρτοποιία δίνει στη Σοφί μια γλώσσα για να σκεφτεί ξανά το σώμα, την προσπάθεια και τη δημιουργία, ενώ ο φούρνος συγκεντρώνει ανθρώπους που έχουν τους δικούς τους λόγους να αισθάνονται εγκλωβισμένοι. Η ιστορία δεν χρειάζεται μεγάλες ανατροπές για να προχωρήσει. Βασίζεται στη σταδιακή μεταβολή της ηρωίδας και στη δυνατότητα μια καθημερινή εργασία να γίνει το πρώτο βήμα προς μια ζωή που δεν είχε σχεδιάσει.
Λίγα λόγια για το συγγραφέα
Ο Carsten Henn (Κάρστεν Χεν, 1973) εργάζεται ως δημοσιογράφος γεύσης και οίνου σε διεθνή περιοδικά. Με το πλήρες όνομά του, Carsten Sebastian Henn, έχει υπογράψει πολλά αστυνομικά βιβλία (με αρκετή γευσιγνωσία και γαστρονομία). Το μπεστ σέλερ Ο ταχυδρόμος των βιβλίων έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί και το βιβλίο για παιδιά και εφήβους Η χρυσή γραφομηχανή.
Περισσότερα για τον συγγραφέα: carstensebastianhenn.de

