«Πριν πέσει το σκοτάδι» από την Eva Björg Ægisdóttir #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
 

Τι μπορεί να συμβεί όταν μια έφηβη αποφασίζει να ζήσει για λίγο τη ζωή της μεγαλύτερης αδελφής της; Και πόσο εύκολο είναι να ξεχωρίσει κανείς την αλήθεια από τις αναμνήσεις, όταν έχουν περάσει δέκα χρόνια και η ενοχή έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της μνήμης; Στο «Πριν πέσει το σκοτάδι», η Eva Björg Ægisdóttir παίρνει μια εξαφάνιση, ένα παλιό μυστικό και μια οικογένεια που έχει μάθει να σωπαίνει και τα μετατρέπει σε ένα ψυχολογικό θρίλερ όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται απλώς καλά κρυμμένη, βρίσκεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση της Κέλλης Κρητικού, είναι αυτοτελές μυθιστόρημα και αποτελεί το πιο πρόσφατο έργο της Ισλανδής συγγραφέα, μετά τη σειρά «Forbidden Iceland». Η Ægisdóttir έγινε γνωστή στο ισλανδικό crime fiction όταν κέρδισε το 2018 τον διαγωνισμό Svartfuglinn, ενώ η σειρά της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Το «Home Before Dark», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου, κυκλοφόρησε το 2025 και τιμήθηκε με το Blood Drop Award ως καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της Ισλανδίας, ενώ βρέθηκε και στη βραχεία λίστα για το Glass Key Award.

Η ιστορία ξεκινά τον Νοέμβριο του 1967. Η δεκατετράχρονη Μαρσί έχει έναν κρυφό φίλο δι’ αλληλογραφίας, τον Μπέργκουρ, ένα αγόρι που ζει στην άλλη άκρη της χώρας και το οποίο δεν έχει συναντήσει ποτέ. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Η Μαρσί δεν του γράφει με το δικό της όνομα. Χρησιμοποιεί το όνομα της μεγαλύτερης αδελφής της, της Στίνα.

Η αθώα, φαινομενικά, αυτή επιλογή αποκτά πολύ διαφορετική σημασία όταν ο Μπέργκουρ και η Μαρσί κανονίζουν να συναντηθούν. Η Μαρσί τελικά δεν καταφέρνει να πάει στο ραντεβού. Εκείνο όμως το βράδυ η Στίνα εξαφανίζεται. Το μόνο που βρίσκεται είναι το ματωμένο πανωφόρι της στο σημείο όπου επρόκειτο να συναντηθεί η Μαρσί με τον άγνωστο φίλο της. Δέκα χρόνια αργότερα, η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη.

Η Μαρσί έχει πλέον μεγαλώσει, όμως η εξαφάνιση της αδελφής της δεν αποτελεί μια παλιά ιστορία που έχει κλείσει. Είναι ένα γεγονός που έχει διαμορφώσει ολόκληρη τη ζωή της. Και κυρίως, είναι ένα γεγονός για το οποίο κουβαλάει ενοχές. Ένα γράμμα από τον Μπέργκουρ, δέκα χρόνια μετά, την αναγκάζει να επιστρέψει στον τόπο όπου όλα ξεκίνησαν και να αναζητήσει απαντήσεις.

Η επιστροφή αυτή δεν σημαίνει απλώς επιστροφή σε έναν γεωγραφικό τόπο. Σημαίνει επιστροφή στην παιδική ηλικία, στην οικογένεια, στις σχέσεις που έμειναν μισοτελειωμένες και σε αναμνήσεις που η Μαρσί έχει προσπαθήσει να κρατήσει θαμμένες. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του μυθιστορήματος. Η έρευνα της Μαρσί δεν γίνεται από μια ψύχραιμη, αντικειμενική πρωταγωνίστρια. Η ίδια δεν είναι σίγουρη για όσα θυμάται.

Η Ægisdóttir χρησιμοποιεί τη μνήμη όχι απλώς ως στοιχείο της πλοκής, αλλά ως βασικό μηχανισμό αγωνίας. Η Μαρσί δυσκολεύεται να διαχωρίσει τα όνειρα από την πραγματικότητα. Η αϋπνία επιβαρύνει την ήδη εύθραυστη ψυχολογική της κατάσταση, ενώ οι εικόνες από το παρελθόν επιστρέφουν αποσπασματικά και όχι πάντα με τρόπο που μπορεί να εμπιστευτεί. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο να ανακαλύψει ποιος ευθύνεται για την εξαφάνιση της Στίνα. Είναι να αποφασίσει ποιες από τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της είναι πραγματικές και ποιες έχουν παραμορφωθεί από τον χρόνο, την ενοχή και τον φόβο.Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στον χαρακτήρα και στον αναγνώστη. Όσο η Μαρσί προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια του παζλ, το ίδιο καλείται να κάνει και όποιος διαβάζει. Κάθε νέα πληροφορία μπορεί να φωτίσει ένα παλιό γεγονός, αλλά μπορεί εξίσου εύκολα να το κάνει ακόμη πιο αμφίσημο.

Η ένταση του μυθιστορήματος δεν βασίζεται σε συνεχή, καταιγιστική δράση. Αντίθετα, χτίζεται αργά και σταθερά, μέσα από την ατμόσφαιρα, τις αποκαλύψεις που έρχονται σταδιακά, τις αναμνήσεις που επιστρέφουν αποσπασματικά και, πάνω απ’ όλα, μέσα από την αβεβαιότητα για το τι πραγματικά έχει συμβεί.

Ιδιαίτερη θέση στην αφήγηση έχει η Στίνα. Παρότι η εξαφάνισή της αποτελεί το κέντρο της ιστορίας, η Ægisdóttir δεν την αντιμετωπίζει απλώς ως «το θύμα» μιας παλιάς υπόθεσης. Μέσα από κεφάλαια που μεταφέρουν την αφήγηση στο 1967 και μας επιτρέπουν να δούμε τη Στίνα πριν από την εξαφάνισή της, η εικόνα της αποκτά σταδιακά περισσότερες διαστάσεις. Η Στίνα είναι ένα κορίτσι που αισθάνεται ότι έχει ξεπεράσει το μικρό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει. Έχει ενδιαφέροντα, κοινωνική ζωή και καλλιτεχνικές ανησυχίες και αρχίζει να κοιτάζει πέρα από τα όρια της κοινότητάς της. Έτσι, η εξαφάνισή της αποκτά ένα επιπλέον ερώτημα. Ήταν πράγματι θύμα ή υπάρχει κάτι περισσότερο πίσω από την εικόνα που έχει δημιουργηθεί για εκείνη;

Παράλληλα, η σχέση των δύο αδελφών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Μαρσί μεγαλώνει στη σκιά της Στίνα, χρησιμοποιεί το όνομά της, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπη με το γεγονός ότι η ταυτότητα της αδελφής της είναι πλέον ένα από τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποκρυπτογραφήσει. Η επιθυμία της να μάθει τι συνέβη στη Στίνα συνδέεται, επομένως, και με την ανάγκη της να καταλάβει ποια ήταν πραγματικά η αδελφή της. Και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παιχνίδια του μυθιστορήματος. Η Μαρσί δεν αναζητά μόνο έναν εξαφανισμένο άνθρωπο. Αναζητά μια εκδοχή της αδελφής της που δεν γνώρισε ποτέ ολοκληρωτικά.

Η οικογένεια βρίσκεται στον πυρήνα του «Πριν πέσει το σκοτάδι». Η εξαφάνιση της Στίνα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός που συνέβη έξω από το σπίτι. Έχει αφήσει πίσω της μια οικογένεια που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα στη σιωπή. Οι γονείς της Μαρσί δεν αποτελούν απλώς βοηθητικούς χαρακτήρες στην αναζήτηση της αλήθειας. Η στάση τους απέναντι στο παρελθόν και στα ερωτήματα της κόρης τους δείχνει πόσο εύκολα μια οικογένεια μπορεί να μετατρέψει την προστασία σε συγκάλυψη. Το παρελθόν των γονιών, οι οικογενειακές σχέσεις και τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η αλήθεια δεν είναι απαραίτητα κάτι που όλοι θέλουν να αποκαλυφθεί. Και αυτό οδηγεί σε ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η πίστη στην οικογένεια όταν αυτή η πίστη απαιτεί σιωπή;

Η Ægisdóttir ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς οι άνθρωποι λένε ψέματα όχι μόνο για να προστατεύσουν τον εαυτό τους, αλλά και για να προστατεύσουν τους ανθρώπους που αγαπούν. Το πρόβλημα είναι ότι ένα ψέμα που ξεκινά ως προστασία μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να γίνει ένας μηχανισμός που συντηρεί το τραύμα.

Η επιστροφή της Μαρσί στο πατρικό σπίτι είναι ένα ακόμη βασικό σημείο του μυθιστορήματος. Το σπίτι δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Είναι ένας χώρος στον οποίο το παρελθόν μοιάζει να έχει παραμείνει εγκλωβισμένο. Το υπόγειο, τα παλιά αντικείμενα, τα ίχνη της οικογενειακής ζωής και οι σελίδες από το ημερολόγιο της Στίνα μετατρέπουν τον χώρο σε ένα είδος αρχείου. Η Μαρσί πρέπει να ψάξει μέσα σε αυτό για να βρει στοιχεία, αλλά στην πραγματικότητα ψάχνει μέσα σε ένα σπίτι που περιέχει όσα η οικογένεια έχει επιλέξει να μη συζητήσει.

Ακόμη και το οικογενειακό περιβάλλον της φάρμας και του σφαγείου αποκτά συμβολικό βάρος. Οι εικόνες του αίματος, των ζώων και της σωματικής βίας δημιουργούν μια ιδιαίτερα δυσάρεστη ατμόσφαιρα, χωρίς το βιβλίο να χρειάζεται να βασιστεί αποκλειστικά σε ωμές σκηνές για να δημιουργήσει τρόμο. Η εγγύτητα της βίας βρίσκεται διαρκώς στο περιθώριο της ιστορίας, σαν υπενθύμιση ότι πίσω από τα οικογενειακά μυστικά υπάρχει κάτι πολύ πιο σκοτεινό.

Η Ισλανδία του βιβλίου δεν είναι απλώς ένα όμορφο, εξωτικό σκηνικό. Ο Νοέμβριος, η απομόνωση, ο περιορισμένος κοινωνικός κύκλος και η αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν κάτι για όλους δημιουργούν μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Η φύση και το σκοτάδι λειτουργούν σχεδόν σαν προέκταση της ψυχολογίας της Μαρσί. Όσο λιγοστεύει το φως, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διακρίνει κανείς τι βρίσκεται πραγματικά μπροστά του. Το ίδιο συμβαίνει και με την αλήθεια. Η Ægisdóttir αξιοποιεί, λοιπόν, ένα βασικό χαρακτηριστικό του Nordic Noir, την ατμόσφαιρα του ψυχρού, απομονωμένου τόπου, χωρίς να αφήνει το σκηνικό να επισκιάσει τους χαρακτήρες. Το ίδιο το περιβάλλον γίνεται μέρος της αφήγησης και ενισχύει την αίσθηση ότι η Μαρσί βρίσκεται όλο και περισσότερο παγιδευμένη.

Η Μαρσί είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του βιβλίου ακριβώς επειδή δεν είναι η κλασική ηρωίδα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Δεν έχει όλες τις πληροφορίες. Δεν διαθέτει απόλυτη αυτοπεποίθηση. Δεν ξέρει αν μπορεί να εμπιστευτεί τις αναμνήσεις της και, σε ορισμένες στιγμές, δεν μπορεί να εμπιστευτεί ούτε τον ίδιο της τον εαυτό. Η παιδική της επιλογή να χρησιμοποιήσει το όνομα της Στίνα για να αλληλογραφεί με τον Μπέργκουρ γίνεται η αφετηρία μιας αλυσίδας γεγονότων που την ακολουθεί για χρόνια. Η ενοχή της, επομένως, δεν είναι απλώς μια συναισθηματική αντίδραση στην απώλεια. Είναι μέρος της ταυτότητάς της. Και αυτό κάνει την έρευνά της τόσο προσωπική. Δεν προσπαθεί να λύσει μια υπόθεση επειδή θέλει να αποκαταστήσει μια αδικία από απόσταση. Θέλει να καταλάβει τι συνέβη επειδή πιστεύει ότι ίσως έχει κάποια ευθύνη. Η έρευνα γίνεται έτσι και μια προσπάθεια αυτογνωσίας.

Ένα από τα στοιχεία που λειτουργούν καλύτερα στη δομή του «Πριν πέσει το σκοτάδι» είναι η χρήση των δύο χρονικών επιπέδων. Το 1967 και το 1977 δεν παρουσιάζονται απλώς ως δύο παράλληλες χρονικές περίοδοι. Το παρελθόν διορθώνει, συμπληρώνει και ανατρέπει διαρκώς όσα πιστεύουμε για το παρόν. Η αφήγηση της Στίνα προσθέτει πληροφορίες που η Μαρσί δεν μπορούσε να γνωρίζει. Η αφήγηση της Μαρσί, αντίστοιχα, μας δείχνει πώς ένα γεγονός μπορεί να παραμορφωθεί μέσα από δέκα χρόνια ενοχής, φόβου και σιωπής. Το αποτέλεσμα είναι ένα παζλ στο οποίο τα κομμάτια δεν τοποθετούνται όλα από την αρχή στη σωστή θέση.

Η συγγραφέας φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για το απλό ερώτημα «ποιος το έκανε;» και περισσότερο για το πώς δημιουργείται μια ιστορία γύρω από ένα έγκλημα. Ποιος αποφασίζει τι θα ειπωθεί; Ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει; Ποιος επιλέγει να σιωπήσει; Και τι συμβαίνει όταν μια ολόκληρη οικογένεια έχει μάθει να ζει με μια εκδοχή της πραγματικότητας που δεν είναι ολόκληρη; Αυτό είναι που μετατρέπει το «Πριν πέσει το σκοτάδι» από ένα ακόμη whodunit σε ένα πιο σύνθετο ψυχολογικό θρίλερ.

Η Ægisdóttir δεν εγκαταλείπει τις ανατροπές και την αγωνία που περιμένει κανείς από ένα Nordic Noir. Αντίθετα, τις χρησιμοποιεί για να εμβαθύνει στους χαρακτήρες και στις σχέσεις τους. Το βιβλίο παραμένει σκοτεινό, μυστηριώδες και ατμοσφαιρικό, αλλά πίσω από το μυστήριο βρίσκεται μια ιστορία για την ενοχή, την οικογένεια, την ταυτότητα, τη μνήμη και τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα μπορεί να μεταφερθεί από τη μία γενιά στην άλλη.

Το «Πριν πέσει το σκοτάδι» είναι, τελικά, ένα θρίλερ για το τι συμβαίνει όταν το παρελθόν αρνείται να παραμείνει παρελθόν. Η εξαφάνιση της Στίνα είναι ο γρίφος που κινεί την πλοκή, αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στους ανθρώπους που έμειναν πίσω και στον τρόπο με τον οποίο προσπάθησαν να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς να αντιμετωπίσουν όσα συνέβησαν. Και όσο η Μαρσί πλησιάζει στην αλήθεια, το ερώτημα αλλάζει. Δεν είναι πλέον μόνο ποιος σκότωσε τη Στίνα. Είναι πόσα ψέματα χρειάστηκε να ειπωθούν για να παραμείνει κρυμμένο ένα μυστικό για δέκα ολόκληρα χρόνια και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος για να μην αποκαλυφθεί. Γιατί κάποια σκοτάδια δεν δημιουργούνται από την απουσία φωτός. Δημιουργούνται από όσα οι άνθρωποι επιλέγουν να μην δουν.

 

Εκδόσεις Παπαδόπουλος

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:

Η Eva Björg Ægisdóttir (Έυα Μπγιόρκ Αιγισντότιρ), γεννήθηκε το 1988 στην παραθαλάσσια πόλη Άκρανες της Ισλανδίας, έχει ενσωματώσει την κατανόησή της για τη ζωή σε μικρές κοινότητες στην πολυβραβευμένη σειρά της Forbidden Iceland. Το πάθος της για το γράψιμο φάνηκε από πολύ νωρίς και, αφού κέρδισε έναν διαγωνισμό διηγήματος στην εφηβεία της, εμπνεύστηκε να γράψει το πρώτο δικό της βιβλίο. Το 2018 απέκτησε πανεθνική αναγνώριση όταν κέρδισε τον διαγωνισμό Svartfuglinn, ένα βραβείο που στόχο έχει να αναδείξει νέους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ισλανδία. Ο διαγωνισμός ιδρύθηκε από τους συγγραφείς Yrsa Sigurðardóttir και Ragnar Jónasson σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Veröld και αποτέλεσε το εφαλτήριο της καριέρας της, συστήνοντας στο ισλανδικό κοινό μια νέα, δυναμική φωνή στο crime fiction. Έκτοτε, η σειρά Forbidden Iceland έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.