«Το δωμάτιο του Τζοβάνι» από τον James Baldwin #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Ο Ντέιβιντ βρίσκεται μόνος σε ένα σπίτι στη νότια Γαλλία, περιμένοντας το πρωινό που ξέρει πως θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Κοιτάζει το είδωλό του στο τζάμι και, μέσα στη σιωπή της νύχτας, επιστρέφει με τη σκέψη του σε όσα προηγήθηκαν. Σε έναν έρωτα που προσπάθησε να αρνηθεί, σε μια γυναίκα που προσπάθησε να αγαπήσει με τον τρόπο που θεωρούσε σωστό, σε έναν άντρα που αγάπησε αλλά δεν μπόρεσε να αποδεχτεί και, κυρίως, σε μια εκδοχή του εαυτού του από την οποία προσπαθούσε διαρκώς να ξεφύγει.

Το «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» του James Baldwin, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1956, είναι ένα σύντομο σε έκταση αλλά ιδιαίτερα πυκνό μυθιστόρημα για την επιθυμία, την ταυτότητα, την ενοχή και τον φόβο της ελευθερίας. Η ιστορία τοποθετείται στο Παρίσι της δεκαετίας του 1950, ανάμεσα σε Αμερικανούς εκπατρισμένους, μπαρ, νυχτερινά κέντρα και ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από τον τόπο τους, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν καταφέρει να ξεφύγουν και από τον εαυτό τους. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου. Το Παρίσι δεν λειτουργεί ως τόπος ελευθερίας τόσο όσο θα περίμενε κανείς. Ο Ντέιβιντ έχει αφήσει πίσω του την Αμερική, όμως κουβαλά μαζί του όλες τις αντιλήψεις, τις απαγορεύσεις και τις προσδοκίες που τον έχουν διαμορφώσει.

Ο Ντέιβιντ είναι ένας νεαρός Αμερικανός που ζει στο Παρίσι. Έχει σχέση με την Έλα, μια Αμερικανίδα που βρίσκεται προσωρινά εκτός Γαλλίας, και οι δυο τους έχουν αποφασίσει να παντρευτούν. Η επιλογή του γάμου μοιάζει να αντιπροσωπεύει για τον Ντέιβιντ μια ζωή τακτοποιημένη, κοινωνικά αποδεκτή και ασφαλή. Μια ζωή που έχει ήδη σχεδιαστεί γι’ αυτόν και στην οποία δεν χρειάζεται να θέσει δύσκολες ερωτήσεις για τον εαυτό του. Μόνο που ο Ντέιβιντ δεν είναι τόσο βέβαιος για τίποτα από όλα αυτά.

Η γνωριμία του με τον Τζοβάνι, έναν νεαρό Ιταλό μπάρμαν, έρχεται να διαταράξει όσα προσπαθεί να κρατήσει σε τάξη. Η έλξη μεταξύ τους εξελίσσεται σε μια σχέση που γίνεται ολοένα και πιο ουσιαστική, και ο Ντέιβιντ βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι πολύ πιο δύσκολο από την παραδοχή μιας ερωτικής επιθυμίας. Βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη να αποφασίσει ποιος θέλει να είναι.

Ο Τζοβάνι δεν είναι απλώς ένας ερωτικός πειρασμός που έρχεται να διαταράξει τη σχέση του με την Έλα. Είναι η πιθανότητα μιας άλλης ζωής. Μιας ζωής που δεν χωράει εύκολα στις αντιλήψεις που έχει ο Ντέιβιντ για το τι σημαίνει να είσαι άντρας, σύντροφος, «κανονικός» άνθρωπος. Και αυτό κάνει την εσωτερική του σύγκρουση πολύ πιο σύνθετη.

Ο Baldwin δεν παρουσιάζει έναν ήρωα που απλώς ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του. Ο Ντέιβιντ γνωρίζει ήδη ένα κομμάτι της επιθυμίας του. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να συμφιλιωθεί μαζί της. Από την εφηβεία του ακόμη, η έλξη του προς έναν άντρα συνοδεύεται από φόβο, ντροπή και την ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του ότι παραμένει αυτό που η κοινωνία τού έχει μάθει πως πρέπει να είναι.

Έτσι, η σεξουαλικότητα συνδέεται άμεσα με την αρρενωπότητα. Για τον Ντέιβιντ, το να επιθυμεί έναν άντρα δεν αποτελεί απλώς μια ερωτική επιλογή. Απειλεί την ίδια την εικόνα που έχει δημιουργήσει για τον ανδρισμό του. Η μελέτη της αρρενωπότητας στο μυθιστόρημα έχει ακριβώς αυτό το σημείο ως κεντρικό άξονα. Ο Ντέιβιντ παρακολουθεί διαρκώς τον εαυτό του, συγκρίνει τη συμπεριφορά και την εμφάνισή του με τα πρότυπα που έχει μάθει να θεωρεί «αντρικά» και προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν αποκλίνει από αυτά.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι εξαιρετικά σημαντικός. Το δωμάτιο του Τζοβάνι είναι ένας πραγματικός χώρος, αλλά ταυτόχρονα γίνεται ένας από τους πιο ισχυρούς συμβολισμούς του μυθιστορήματος. Είναι ο τόπος όπου ο Ντέιβιντ μπορεί να ζήσει κάτι που έξω από αυτόν τον χώρο δεν είναι έτοιμος να αναγνωρίσει. Εκεί, οι κοινωνικές συμβάσεις υποχωρούν προσωρινά και η επιθυμία μπορεί να υπάρξει χωρίς την ίδια ακριβώς λογοκρισία. Ταυτόχρονα, όμως, το δωμάτιο είναι σκοτεινό, στενό και ασφυκτικό. Και αυτή η αντίφαση είναι καθοριστική. Το δωμάτιο μπορεί να διαβαστεί ως ένας ιδιωτικός χώρος ελευθερίας, αλλά και ως ο χώρος της ντροπής. Είναι το μέρος όπου ο Ντέιβιντ επιτρέπει στον εαυτό του να ζήσει αυτό που θέλει, αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι και το μέρος από το οποίο κάποια στιγμή αισθάνεται ότι πρέπει να αποδράσει.

Το δωμάτιο λειτουργεί ως σύμβολο του «κρυφού εαυτού». Κάθε φορά που ο Ντέιβιντ μπαίνει σε αυτό, έρχεται πιο κοντά από ποτέ σε μια πλευρά του εαυτού του που προσπαθεί να καταπιέσει. Κι εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Baldwin. Δεν χρειάζεται να γράψει ένα μυθιστόρημα γεμάτο θεωρητικές διακηρύξεις για να μιλήσει για την καταπίεση. Την κάνει χώρο. Την κάνει δωμάτιο. Την κάνει πόρτα που ανοίγει και κλείνει.

Ο Ντέιβιντ είναι ίσως ένας από τους πιο δύσκολους ήρωες του βιβλίου ακριβώς επειδή δεν είναι εύκολο να τον δικαιολογήσει κανείς. Δεν είναι θύμα με την απλή έννοια της λέξης. Είναι και θύτης. Η κοινωνία τον έχει μάθει να φοβάται ένα κομμάτι του εαυτού του, όμως ο ίδιος, ως ενήλικας, επιλέγει ξανά και ξανά να μεταφέρει αυτόν τον φόβο στους ανθρώπους γύρω του. Δεν μπορεί να αναλάβει το κόστος της αλήθειας του και έτσι το κόστος το πληρώνουν και οι άλλοι. Η μεγαλύτερη αδυναμία του δεν είναι ότι δεν γνωρίζει τι θέλει. Είναι ότι γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί.

Ο Ντέιβιντ βρίσκεται συνεχώς σε μια κατάσταση αυτοεπιτήρησης. Παρατηρεί τον εαυτό του, κρίνει τις αντιδράσεις του, φοβάται τι μπορεί να σημαίνει μια επιθυμία, μια χειρονομία ή ένα συναίσθημα. Η αυτοεξαπάτηση γίνεται μηχανισμός επιβίωσης. Όσο λιγότερο αναγνωρίζει την αλήθεια του, τόσο μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα στην ασφάλεια της εικόνας που έχει δημιουργήσει. Μόνο που η αυτοεξαπάτηση δεν παραμένει ποτέ χωρίς συνέπειες.

Ο Baldwin είναι ιδιαίτερα σκληρός με τον ήρωά του, αλλά όχι επειδή θέλει να τον καταδικάσει ηθικά. Αντίθετα, προσπαθεί να δείξει πώς ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει καταστροφικός όταν αρνείται να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του. Ο Ντέιβιντ δεν πληγώνει τους άλλους επειδή δεν αισθάνεται. Τους πληγώνει επειδή αισθάνεται και αρνείται να αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτό.

Ο Τζοβάνι είναι ο χαρακτήρας που δίνει στον τίτλο του βιβλίου το όνομά του, όμως το μυθιστόρημα δεν είναι αποκλειστικά μια ιστορία για εκείνον. Είναι εξίσου μια ιστορία για το πώς ο Ντέιβιντ αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που αγαπά. Ο Τζοβάνι είναι παρορμητικός, ευάλωτος, παθιασμένος και πολύ πιο έτοιμος να αφεθεί στην επιθυμία από τον Ντέιβιντ. Η ζωή του, όμως, δεν είναι απαλλαγμένη από δυσκολίες. Είναι ένας Ιταλός μετανάστης στο Παρίσι, ένας άνθρωπος που βρίσκεται και ο ίδιος σε μια επισφαλή θέση και που αναζητά στον Ντέιβιντ κάτι περισσότερο από μια περιστασιακή σχέση. Και αυτό κάνει τη σχέση τους ιδιαίτερα οδυνηρή. Για τον Τζοβάνι, ο Ντέιβιντ δεν είναι απλώς ένας άντρας με τον οποίο μοιράζεται μια ερωτική περιπέτεια. Είναι κάποιος στον οποίο επενδύει συναισθηματικά.

Η Έλα, από την άλλη, λειτουργεί ως η άλλη πλευρά της ζωής που ο Ντέιβιντ προσπαθεί να επιλέξει. Δεν είναι απλώς «η γυναίκα ανάμεσα σε δύο άντρες», όπως θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί σε μια πιο συμβατική ιστορία. Είναι μια γυναίκα που έχει επίσης επιθυμίες, ανασφάλειες και προσδοκίες για το μέλλον της. Και εδώ ο Baldwin καταφέρνει κάτι πολύ σημαντικό. Δεν χρησιμοποιεί την Έλλα απλώς ως εμπόδιο στον έρωτα του Ντέιβιντ με τον Τζοβάνι. Η δική της ανάγκη για ασφάλεια, συντροφικότητα και μια συγκεκριμένη μορφή οικογενειακής ζωής αποκαλύπτει ότι και εκείνη προσπαθεί να χωρέσει τον εαυτό της σε έναν κοινωνικά αποδεκτό ρόλο. Έτσι, οι τρεις χαρακτήρες δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τρίγωνο, όχι μόνο ερωτικό αλλά και ιδεολογικό. Ο καθένας αντιπροσωπεύει μια διαφορετική σχέση με την επιθυμία, την ασφάλεια και την κοινωνική αποδοχή.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα του μυθιστορήματος είναι η έννοια της αρρενωπότητας. Ο Ντέιβιντ έχει μεγαλώσει με την αντίληψη ότι το να είσαι άντρας σημαίνει να είσαι δυνατός, αυτάρκης, σεξουαλικά κυρίαρχος και, κυρίως, ετεροφυλόφιλος. Η σχέση του με τον πατέρα του ενισχύει αυτή την ανάγκη. Ο πατέρας του δεν λειτουργεί ως ένα σταθερό πρότυπο συναισθηματικής εγγύτητας. Η σχέση τους χαρακτηρίζεται από μια ιδιόμορφη οικειότητα, στην οποία όμως η ευαλωτότητα δυσκολεύεται να βρει χώρο. Αυτή η σχέση φαίνεται να επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ο Ντέιβιντ διαμορφώνει την ιδέα του ανδρισμού του. Το αποτέλεσμα είναι ένας άνθρωπος που φοβάται περισσότερο την απώλεια της εικόνας του παρά την απώλεια της αγάπης. Και αυτή είναι μια από τις πιο τραγικές ιδέες του βιβλίου.

Ο Baldwin δεν περιορίζεται στην ομοφοβία ως εξωτερική κοινωνική καταπίεση. Εξετάζει κάτι ακόμη πιο βαθύ. Τι συμβαίνει όταν η κοινωνική καταδίκη έχει εγκατασταθεί μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο και αρχίζει να μιλά με τη δική του φωνή. Η εσωτερικευμένη ντροπή γίνεται τότε πιο αποτελεσματική από οποιαδήποτε εξωτερική απαγόρευση.

Το «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» δεν είναι τελικά μόνο ένα μυθιστόρημα για την ομοφυλοφιλία. Είναι ένα μυθιστόρημα για τον φόβο της ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία σημαίνει επιλογή. Και η επιλογή σημαίνει ευθύνη. Ο Ντέιβιντ θα μπορούσε να επιλέξει να ζήσει σύμφωνα με την επιθυμία του. Θα μπορούσε να αναγνωρίσει τι σημαίνει ο Τζοβάνι για εκείνον. Θα μπορούσε να αποδεχτεί ότι η ζωή του δεν χρειάζεται να ακολουθήσει το πρότυπο που του παραδόθηκε. Όμως η ελευθερία απαιτεί να εγκαταλείψει την ασφάλεια της εικόνας του. Κι αυτό ακριβώς δεν μπορεί να κάνει. Το μυθιστόρημα αποκτά έτσι μια διάσταση πολύ ευρύτερη από την εποχή στην οποία γράφτηκε. Η ερώτηση που θέτει ο Baldwin δεν είναι απλώς «ποιον επιθυμείς;». Είναι «πόσο από τον εαυτό σου είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να γίνεις αυτό που οι άλλοι θεωρούν αποδεκτό;».

Η αγάπη στο «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» δεν παρουσιάζεται ως μαγική λύση. Ο Baldwin δεν υποστηρίζει ότι αρκεί να αγαπάμε για να ξεπεράσουμε όλα τα εμπόδια. Αντίθετα, δείχνει πόσο εύκολα η αγάπη μπορεί να καταστραφεί όταν ο άνθρωπος που αγαπά δεν έχει το θάρρος να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό και η τραγικότητα της ιστορίας δεν βρίσκεται μόνο στα γεγονότα που οδηγούν προς την κατάληξη. Βρίσκεται κυρίως σε όλες εκείνες τις μικρές στιγμές όπου οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να είχαν μιλήσει, να είχαν παραδεχτεί κάτι, να είχαν κάνει μια διαφορετική επιλογή. Ο Baldwin γράφει για ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς να αγαπήσουν χωρίς να φοβούνται τι θα τους κοστίσει η αγάπη. Και ίσως εκεί βρίσκεται η διαχρονικότητα του βιβλίου.

Παρότι τοποθετεί την ιστορία στο Παρίσι της δεκαετίας του 1950 και παρότι οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής είναι καθοριστικές για τη συμπεριφορά των ηρώων, ο πυρήνας της ιστορίας είναι βαθιά ανθρώπινος. H σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε, σε αυτό που επιθυμούμε και σε αυτό που πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε.

Η γραφή είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του βιβλίου. Ο Baldwin δεν ενδιαφέρεται τόσο να δημιουργήσει μια γρήγορη πλοκή όσο να εισχωρήσει στην ψυχολογία του Ντέιβιντ. Η αφήγηση είναι εσωτερική, στοχαστική και συχνά ασφυκτική, ακριβώς επειδή ο αναγνώστης δεν απομακρύνεται σχεδόν ποτέ από τη συνείδηση ενός ανθρώπου που προσπαθεί να αποφύγει μια αλήθεια. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο παρόν και στις αναμνήσεις του Ντέιβιντ, δημιουργώντας σταδιακά την αίσθηση μιας εξομολόγησης. Δεν διαβάζουμε απλώς την ιστορία του. Διαβάζουμε την προσπάθειά του να την κατανοήσει εκ των υστέρων. Και αυτή η απόσταση ανάμεσα στο γεγονός και στην ανάμνησή του επιτρέπει στον Baldwin να εξετάσει κάτι ακόμη, την ενοχή.

Το «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» γράφτηκε σε μια εποχή κατά την οποία η ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο άντρες αποτελούσε εξαιρετικά δύσκολο θέμα για ένα mainstream αμερικανικό μυθιστόρημα. Η επιλογή του Baldwin να γράψει μια ιστορία με αποκλειστικά λευκούς χαρακτήρες υπήρξε επίσης αξιοσημείωτη, ιδιαίτερα επειδή η δημόσια εικόνα του είχε ήδη συνδεθεί έντονα με τη μαύρη αμερικανική εμπειρία. Το μυθιστόρημα μάλιστα απορρίφθηκε από τον εκδότη που είχε εκδώσει το πρώτο του βιβλίο.

Η επιλογή αυτή έχει ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Ο Baldwin απομονώνει εδώ το ζήτημα της φυλής από το κέντρο της αφήγησης και στρέφει το βλέμμα του στη σεξουαλικότητα, την αρρενωπότητα και την αυτογνωσία. Δεν εγκαταλείπει τις ευρύτερες προβληματικές του για την κοινωνία, την ταυτότητα και την καταπίεση. Τις εξετάζει από διαφορετική γωνία.

Και ίσως γι’ αυτό το «Το δωμάτιο του Τζοβάνι» εξακολουθεί να διαβάζεται σήμερα ως κάτι περισσότερο από ένα σημαντικό queer μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Είναι ένα βιβλίο για την ανάγκη του ανθρώπου να κατασκευάσει μια ταυτότητα που να μπορεί να αντέξει μέσα στον κόσμο  και για το τίμημα που πληρώνει όταν αυτή η ταυτότητα δεν έχει χώρο για την αλήθεια του. Ο Ντέιβιντ δεν καταστρέφεται επειδή αγαπά τον Τζοβάνι. Καταστρέφεται επειδή δεν μπορεί να αντέξει το γεγονός ότι τον αγαπά.

Και κάπου ανάμεσα στο δωμάτιο του Τζοβάνι, στους δρόμους του Παρισιού, στις αναμνήσεις του παρελθόντος και στο σκοτεινό τζάμι όπου ο Ντέιβιντ βλέπει διαρκώς την αντανάκλασή του, ο Baldwin στήνει ένα από τα πιο δυνατά λογοτεχνικά πορτρέτα της αυτοεξαπάτησης. Ενός ανθρώπου που περνά μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να γίνει κάποιος άλλος, μόνο και μόνο επειδή φοβάται τι θα συμβεί αν επιτρέψει στον εαυτό του να είναι πραγματικά αυτός που είναι. Και αυτή η ιδέα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ιστορία του Ντέιβιντ. Αφορά κάθε άνθρωπο που κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα ανάμεσα στην ασφάλεια μιας ζωής που οι άλλοι έχουν εγκρίνει και στην αβεβαιότητα μιας ζωής που είναι πραγματικά δική του.

 

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο James Baldwin (Τζέιμς Μπόλντουιν) γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης στις 2 Αυγούστου του 1924. Στα δώδεκά του χρόνια θα δημοσιεύσει το πρώτο του διήγημα, στην εφημερίδα της εκκλησίας, όπου ο πατέρας του ήταν ιεροκήρυκας. Από το 1943 αφιερώνεται αποκλειστικά στο γράψιμο. Στο τέλος της δεκαετίας του 1940 θα καταφύγει στην Ευρώπη, λόγω οικογενειακών και προσωπικών δυσκολιών αλλά και του ρατσισμού που επικρατεί στις ΗΠΑ όπου θα συμμετάσχει ενεργά στο Κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων των Μαύρων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα τα περάσει στη Νότια Γαλλία όπου και θα πεθάνει στις 30 Νοεμβρίου του 1987.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.