«Ο Ιππότης και η Νυχτοπεταλούδα» από την Rachel Gillig #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

«Το να διηγείσαι μια ιστορία σημαίνει εν μέρει ότι λες ένα ψέμα, έτσι δεν είναι;»

Τι θα συνέβαινε αν το μέλλον που αποκαλύπτεται μέσα από τα όνειρα δεν ήταν πραγματικά δικό σου να το γνωρίζεις; Αν η πίστη που έχεις χτίσει ολόκληρη τη ζωή σου πάνω της έκρυβε μια αλήθεια πολύ πιο σκοτεινή από οποιονδήποτε εφιάλτη; Και τι γίνεται όταν ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις τις απαντήσεις είναι ένας αιρετικός ιππότης που δεν πιστεύει σε τίποτα από όσα θεωρείς ιερά;

Η Rachel Gillig, μετά τη διλογία «Ο Βασιλιάς Ποιμένας», επιστρέφει με το «Ο Ιππότης και η Νυχτοπεταλούδα», το πρώτο βιβλίο της νέας σειράς «Το Βασίλειο του Στόουνγουοτερ», ένα gothic fantasy που συνδυάζει προφητείες, θρησκευτική πίστη, σκοτεινή μαγεία, μυστήριο και ένα slow-burn romance.

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η Σίμπιλ Ντέλινγκ, γνωστή στον καθεδρικό ως «Έξι». Είναι μία από τις έξι Μάντισσες που ζουν στον μεγάλο καθεδρικό του Άισλινγκ, απομονωμένες από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι Μάντισσες είναι εγκαταλειμμένα κορίτσια που κλήθηκαν να υπηρετήσουν για δέκα χρόνια και απέκτησαν την ικανότητα να βλέπουν το μέλλον μέσα από τα όνειρά τους. Για να το πετύχουν, όμως, πρέπει κάθε φορά να βυθίζονται στο ιερό νερό της πηγής του καθεδρικού και να «πνίγονται» μέχρι να έρθουν σε επαφή με τους Οιωνούς, τις απόκοσμες μορφές που θεωρούνται θεοί του Τράουμ.

Η Σίμπιλ έχει περάσει εννέα χρόνια υπηρετώντας αυτή την πίστη. Έχει μάθει να θεωρεί τα οράματά της καθήκον, ακόμη κι όταν το τίμημά τους είναι σωματικό και ψυχικό. Έχει επίσης μάθει να ζει πίσω από ένα πέπλο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν γνωρίζει μόνο τι θα συμβεί στους άλλους. Έχει πάψει να γνωρίζει ποια είναι η ίδια έξω από τον ρόλο που της έχει δοθεί.

Η άφιξη, λοιπόν, του Ρόντρικ «Ρόρι» Μιντέσιους στον καθεδρικό διαταράσσει μια ισορροπία που μέχρι τότε έμοιαζε δεδομένη. Ο Ρόρι είναι ιππότης του νεαρού βασιλιά Κάστορ και δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τους Οιωνούς, τις Μάντισσες και ολόκληρο το θρησκευτικό σύστημα του Τράουμ. Είναι αγενής, ειρωνικός, προκλητικός και, φυσικά, ακριβώς ο άνθρωπος που η Σίμπιλ θα προτιμούσε να μην έχει απέναντί της.

Όταν, όμως, οι υπόλοιπες Μάντισσες αρχίζουν να εξαφανίζονται, η Σίμπιλ βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι που δεν μπορεί να ερμηνεύσει μέσα από τους κανόνες που έχει διδαχθεί. Και τότε ο κόσμος έξω από τα τείχη του καθεδρικού γίνεται αναπόφευκτος.

Από εδώ ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης, αλλά και ένα ταξίδι αποδόμησης όλων όσων γνωρίζει η ηρωίδα. Η Gillig δεν χρησιμοποιεί την περιπέτεια απλώς ως μηχανισμό για να μεταφέρει τους χαρακτήρες από το ένα σημείο του χάρτη στο άλλο. Η εξωτερική αναζήτηση για τις εξαφανισμένες Μάντισσες λειτουργεί παράλληλα με την εσωτερική αναζήτηση της Σίμπιλ για την αλήθεια σχετικά με την ίδια της την ύπαρξη.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Η σχέση του με την έννοια της μοίρας. Η Σίμπιλ είναι μια γυναίκα που έχει μεγαλώσει πιστεύοντας ότι το μέλλον είναι κάτι που μπορεί να αποκαλυφθεί, να ερμηνευτεί και, κατά κάποιον τρόπο, να επιβληθεί πάνω στη ζωή. Ο Ρόρι, αντίθετα, αμφισβητεί ακριβώς αυτή την ιδέα. Η σύγκρουσή τους, επομένως, δεν είναι απλώς η γνωστή δυναμική ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που ξεκινούν αντιπαθώντας ο ένας τον άλλον. Είναι σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την ελευθερία.

Αν το μέλλον είναι ήδη γραμμένο, πόση αξία έχει η επιλογή; Και αν κάποιος σου πει τι πρόκειται να συμβεί, είσαι υποχρεωμένος να το ακολουθήσεις; Το μυθιστόρημα επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτά τα ερωτήματα, συνδέοντας την προφητεία με την προσωπική ευθύνη και την ελεύθερη βούληση.

Εξίσου σημαντική είναι η θεματική της πίστης. Η Gillig δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν υπάρχουν θεοί ή αν οι προφητείες είναι αληθινές. Την ενδιαφέρει περισσότερο τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία έχει μάθει να υπακούει σε μια θρησκευτική αλήθεια χωρίς να την αμφισβητεί. Ποιος έχει την εξουσία να ορίζει τι είναι ιερό; Ποιος αποφασίζει ποιος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει; Και πόσο εύκολα η πίστη μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο ελέγχου;

Η Σίμπιλ βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της ιδέας. Το σώμα, η ζωή και οι ικανότητές της έχουν μετατραπεί σε υπηρεσία προς κάτι που θεωρεί ανώτερο από την ίδια. Η ενηλικίωσή της, επομένως, δεν είναι απλώς η έξοδος από έναν κλειστό χώρο. Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίσει ποια είναι, τι πιστεύει και τι θέλει να γίνει.

Και η Σίμπιλ είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ακριβώς επειδή η δύναμή της δεν παρουσιάζεται ως κάτι απλό. Είναι δυνατή, αλλά έχει μάθει να υπακούει. Είναι ικανή, αλλά έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα σύστημα που της υπαγορεύει πώς να χρησιμοποιεί την ικανότητά της. Είναι γενναία, αλλά φοβάται όσα δεν γνωρίζει. Η πορεία της δεν είναι η μετάβαση από την αδυναμία στη δύναμη. Είναι η μετάβαση από την ετεροκαθορισμένη δύναμη στην αυτογνωσία.

Ο Ρόρι λειτουργεί ως ιδανικό αντίβαρο. Η αμφισβήτησή του δεν τον κάνει απλώς «τον σκοτεινό, γοητευτικό ιππότη» του romantasy. Η δυσπιστία του απέναντι στους Οιωνούς και την οργανωμένη πίστη έχει πολιτική και προσωπική διάσταση. Είναι ένας χαρακτήρας που έχει επίσης μάθει να λειτουργεί μέσα σε έναν ρόλο και να υπηρετεί μια εξουσία, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με όσα αυτή αντιπροσωπεύει. Η σχέση του με τη Σίμπιλ αποκτά έτσι μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί και οι δύο καλούνται τελικά να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο έχουν μάθει να ορίζουν τον εαυτό τους.

Το romance ακολουθεί αργή διαδρομή και βασίζεται περισσότερο στην ένταση, στην αντιπαράθεση και στη σταδιακή εμπιστοσύνη παρά σε μια άμεση έλξη που μετατρέπεται γρήγορα σε σχέση. Η δυναμική τους στηρίζεται πολύ στον διάλογο και στις διαφορές τους, ενώ η κοινή τους πορεία τούς αναγκάζει να δουν ο ένας τον άλλον πέρα από τις αρχικές προκαταλήψεις. Το slow burn, επομένως, δεν λειτουργεί αποκομμένο από την κεντρική ιστορία, αλλά συνδέεται με το βασικό θέμα του βιβλίου, το να επιτρέπεις σε έναν άλλο άνθρωπο να σε δει όπως πραγματικά είσαι.

Και μετά υπάρχει και το γκαργκόιλ. Ο πέτρινος φύλακας του καθεδρικού είναι ίσως το πιο απρόσμενο στοιχείο μιας κατά τα άλλα σκοτεινής ιστορίας. Έχει μια σχεδόν παιδική αφέλεια και λειτουργεί συχνά ως πηγή χιούμορ, χωρίς όμως να περιορίζεται στον ρόλο του κωμικού βοηθού. Η παρουσία του συνδέεται ουσιαστικά με τη Σίμπιλ και με την έννοια της συντροφικότητας, ενώ προσθέτει μια διαφορετική συναισθηματική νότα στην αφήγηση. Η δευτερεύουσα ομάδα χαρακτήρων, με ιδιαίτερη θέση τη Μοντ και τον νεαρό βασιλιά Μπέντζι, συμπληρώνει αυτή την παράξενη συντροφιά και δίνει στην ιστορία μια αίσθηση found family.

Ατμοσφαιρικά, η Gillig κινείται σε γνώριμο gothic έδαφος, αλλά δημιουργεί έναν κόσμο που έχει τη δική του ταυτότητα. Ο καθεδρικός, η ομίχλη, οι ανεμοδαρμένοι βάλτοι, το σκοτεινό νερό της πηγής, τα πέπλα των Μαντισσών και οι απόκοσμοι Οιωνοί δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ομορφιά και η απειλή συνυπάρχουν διαρκώς. Το νερό, ειδικά, αποκτά σχεδόν σωματική παρουσία. Είναι πηγή γνώσης, δύναμης και προφητείας, αλλά ταυτόχρονα συνδέεται με τον πνιγμό, τον φόβο και την απώλεια ελέγχου.

Αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο ιερό και το μακάβριο είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της γραφής της Gillig. Η θρησκευτική τελετουργία δεν είναι φωτεινή ή καθησυχαστική. Είναι σωματική, βίαιη και συχνά αποκρουστική. Οι Οιωνοί δεν έχουν την απόσταση που θα περίμενε κανείς από θεότητες. Είναι παράξενες, απειλητικές παρουσίες, γεγονός που κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον το ερώτημα αν η ανθρωπότητα χρειάζεται πραγματικά να γνωρίζει το μέλλον της.

Το βιβλίο έχει, βέβαια, και τις αδυναμίες του. Η Gillig επενδύει αρκετά στην οικοδόμηση του κόσμου και στη μυθολογία του, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία η αφήγηση να επιβραδύνεται. Η μεγάλη εικόνα γίνεται σταδιακά κατανοητή και απαιτεί από τον αναγνώστη να συγκρατεί ονόματα, σύμβολα, προφητείες και θρησκευτικούς κανόνες. Αυτή η επιλογή ταιριάζει στο μυστήριο, μπορεί όμως να κάνει τη μέση του βιβλίου πιο αργή σε σχέση με την αρχή και το τελευταίο μέρος.

Παρόλα αυτά, η Gillig ξέρει πολύ καλά να φυτεύει στοιχεία που αποκτούν διαφορετικό νόημα όσο η ιστορία προχωρά. Τα σύμβολα των Οιωνών, η Νυχτοπεταλούδα του τίτλου, η σχέση της Σίμπιλ με τον καθεδρικό και η ίδια η ιδέα της προφητείας λειτουργούν σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Ο τίτλος, μάλιστα, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν τον δει κανείς όχι μόνο ως αναφορά στους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου παιχνιδιού γύρω από την ταυτότητα, τους ρόλους και το ποιος τελικά είναι ο «ιππότης» και ποια η «νυχτοπεταλούδα».

Το «Ο Ιππότης και η Νυχτοπεταλούδα» είναι, τελικά, ένα fantasy που χρησιμοποιεί το romantasy ως είσοδο σε μια ιστορία πολύ περισσότερο επικεντρωμένη στην πίστη, την εξουσία και την προσωπική ελευθερία. Η Σίμπιλ δεν αναζητά απλώς τις εξαφανισμένες Μάντισσες. Αναζητά την αλήθεια πίσω από τη ζωή που της δόθηκε, και μαζί της ο αναγνώστης αναγκάζεται να αμφισβητήσει όσα θεωρούσε δεδομένα για τον κόσμο του Τράουμ.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της Gillig, το ότι δημιούργησε έναν κόσμο στον οποίο το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι απαραίτητα αυτό που κρύβεται στο σκοτάδι, αλλά αυτό που κάποιος έχει πείσει τους άλλους να θεωρούν αλήθεια.

 

Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:

Η ΡΕΪΤΣΕΛ ΓΚΙΛΙΓΚ είναι συγγραφέας #1 μπεστ σέλερ των New York Times και των Sunday Times. Όταν δεν είναι τυλιγμένη σε κουβέρτες να ονειρεύεται το επόμενο μυθιστόρημά της, η Ρέιτσελ περπατά στις όμορφες ακτές της Καλιφόρνια με τον άντρα της, τον γιο της και τον Γουάλι, το μεγαλοπρεπές κανίς σκυλάκι τους.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.