Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Το «Στον καθένα αυτό που του αξίζει» του Leonardo Sciascia είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα που καταφέρνουν να πουν πολλά μέσα σε λίγες μόνο σελίδες. Κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1966, όμως η ματιά του πάνω στην εξουσία, τη διαφθορά και τη σιωπή μιας κοινωνίας που έχει μάθει να συγκαλύπτει όσα τη βολεύουν μοιάζει ανατριχιαστικά σύγχρονη ακόμη και σήμερα. Η νέα ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε ή να ξαναθυμηθούμε ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ιταλού συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται πλέον κλασικός της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Η ιστορία ξεκινά σε μια μικρή πόλη της Σικελίας, όταν ο φαρμακοποιός Μάνο λαμβάνει μια ανώνυμη επιστολή με απειλές για τη ζωή του. Κανείς δεν φαίνεται να τις παίρνει πραγματικά στα σοβαρά, ούτε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, όμως, ο Μάνο δολοφονείται μαζί με έναν φίλο του κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού και η τοπική κοινωνία σπεύδει να δώσει μια εύκολη εξήγηση. Όλοι δείχνουν πρόθυμοι να δεχτούν ότι πρόκειται για ένα «έγκλημα πάθους» ή για μια υπόθεση τιμής, χωρίς να αναρωτηθούν περισσότερο. Μόνο ο καθηγητής Λαουράνα, ένας άνθρωπος μάλλον μοναχικός και αποστασιοποιημένος από τους υπόλοιπους, αρχίζει να αμφιβάλλει και να ψάχνει βαθύτερα τι πραγματικά συνέβη.
Από εκεί και πέρα, ο Sciascia χτίζει ένα μυθιστόρημα που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αστυνομικό μυστήριο αλλά και ως κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στο ποιος διέπραξε το έγκλημα, όσο στο πώς μια ολόκληρη κοινωνία επιλέγει να διαχειριστεί την αλήθεια. Η Σικελία του βιβλίου είναι ένας τόπος όπου όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν περισσότερα απ’ όσα λένε, όμως η σιωπή θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης. Η διαφθορά, οι υπόγειες διασυνδέσεις, η επιρροή της μαφίας και η συνενοχή των ανθρώπων περνούν μέσα από τις σελίδες χωρίς ποτέ να παρουσιάζονται κραυγαλέα. Αντίθετα, ο συγγραφέας τα αποτυπώνει με μια σχεδόν ψυχρή λιτότητα, που κάνει όσα συμβαίνουν ακόμη πιο έντονα.
Ο χαρακτήρας του Λαουράνα είναι ίσως το πιο δυνατό στοιχείο της ιστορίας. Δεν πρόκειται για έναν τυπικό ήρωα αστυνομικού μυθιστορήματος. Δεν είναι χαρισματικός ντετέκτιβ, ούτε ιδιαίτερα τολμηρός άνθρωπος. Είναι ένας διανοούμενος που πιστεύει στη λογική, στην αλήθεια και στη δύναμη της σκέψης, αλλά σταδιακά συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται απέναντι σε έναν κόσμο που λειτουργεί με τελείως διαφορετικούς κανόνες. Η αφέλειά του σε ορισμένα σημεία τον κάνει ακόμη πιο ανθρώπινο και ίσως πιο τραγικό. Παρακολουθώντας την πορεία του, το βιβλίο αποκτά μια έντονη αίσθηση μοιραίου, σαν να καταλαβαίνεις από νωρίς ότι η αναζήτηση της αλήθειας δεν οδηγεί απαραίτητα στη δικαιοσύνη.
Η γραφή του Sciascia είναι λιτή, ακριβής και χωρίς περιττές φλυαρίες. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περίπλοκες ανατροπές ή έντονη δράση. Αντίθετα, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα διαρκούς δυσφορίας και καχυποψίας, όπου ακόμη και οι πιο απλές συζητήσεις μοιάζουν να κρύβουν δεύτερα νοήματα. Αυτός ο υπόγειος τρόπος αφήγησης είναι που κάνει το βιβλίο τόσο δυνατό. Η ένταση δεν προκύπτει από γρήγορες εξελίξεις, αλλά από την αίσθηση ότι η αλήθεια βρίσκεται συνεχώς μπροστά στα μάτια όλων και παρ’ όλα αυτά κανείς δεν θέλει πραγματικά να τη δει.
Παράλληλα, το μυθιστόρημα θίγει θέματα που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα. Την κατάχρηση εξουσίας, την κοινωνική υποκρισία, τη διαστρέβλωση της δικαιοσύνης και την παθητικότητα των ανθρώπων απέναντι σε όσα γνωρίζουν ότι συμβαίνουν γύρω τους. Ο Sciascia δεν γράφει απλώς για ένα έγκλημα. Γράφει για μια ολόκληρη κοινωνία που έχει αποδεχτεί ότι ορισμένες αλήθειες είναι πιο ασφαλές να μένουν θαμμένες.
Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση αποδίδει πολύ όμορφα το ύφος του συγγραφέα, διατηρώντας αυτή την κοφτή, σχεδόν ψυχρή αφήγηση, χωρίς να χάνεται η λογοτεχνική δύναμη του πρωτοτύπου. Το αποτέλεσμα διαβάζεται αβίαστα και ταυτόχρονα κρατά εκείνη τη βαριά ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει το έργο.
Το «Στον καθένα αυτό που του αξίζει» δεν είναι ένα συνηθισμένο αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί το μυστήριο για να μιλήσει για την ανθρώπινη φύση, για τη σιωπή και για την εξουσία που ασκείται πολλές φορές αθόρυβα, αλλά απόλυτα αποτελεσματικά. Μικρό σε μέγεθος, αλλά τεράστιο σε ουσία, είναι από εκείνα τα έργα που συνεχίζουν να σε απασχολούν και μετά την τελευταία σελίδα.
Λίγα λόγια για το συγγραφέα:
O Λεονάρντο Σάσα (1921-1989) ήταν Ιταλός μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Ρακαλμούτο της επαρχίας του Ακράγαντα στη Σικελία και σπούδασε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Καλτανισέτα. Εργάστηκε ως δάσκαλος στη γενέτειρά του, ενώ παράλληλα διηύθυνε το περιοδικό Galleria. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, κριτικά κείμενα και διηγήματα, ενώ το 1961 έγραψε τη νουβέλα «Η μέρα της κουκουβάγιας», που εγκαινίασε ένα είδος πολιτικού αστυνομικού μυθιστορήματος με θέματα εμπνευσμένα από τη δράση της μαφίας. Υπήρξε μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και στη συνέχεια εξελέγη βουλευτής και ευρωβουλευτής με τους Ριζοσπάστες. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Corriere della Sera και La Stampa. Ο Sciascia απεικόνισε εξαιρετικά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Σικελίας, μίλησε ανοιχτά για τη μαφία και τη διαφθορά, ενώ στο βιβλίο του Υπόθεση Μόρο κατήγγειλε την κυβέρνηση για τις ευθύνες της στη δολοφονία του χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που συντάραξε το 1978 την Ιταλία. Πολλά έργα του, μεταξύ των οποίων και το Στον καθένα αυτό που του αξίζει, μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Πέθανε στο Παλέρμο, σε ηλικία 68 ετών.

