Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Κάποιες απώλειες δεν χωρούν σε λέξεις. Όχι επειδή δεν μπορούν να περιγραφούν, αλλά επειδή αλλάζουν ανεπιστρεπτί τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Η Brenda Navarro παίρνει αυτή την ιδέα και τη μετατρέπει σε ένα σύντομο, αλλά εξαιρετικά πυκνό μυθιστόρημα, που δεν αρκείται να αφηγηθεί την ιστορία μιας εξαφάνισης παιδιού. Αντίθετα, χρησιμοποιεί αυτό το τραυματικό γεγονός ως αφετηρία για να εξερευνήσει τη μητρότητα, τη γυναικεία ταυτότητα, την κοινωνική ανισότητα, τη βία και το διαρκές αίσθημα κενού που αφήνει πίσω της μια ζωή γεμάτη επιβεβλημένους ρόλους. Το «Άδεια σπίτια» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα έργα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας.
Η ιστορία ξεκινά με μια σκηνή που λειτουργεί σαν καταλύτης. Μια γυναίκα χάνει τον μικρό της γιο σε ένα πάρκο. Μια άλλη γυναίκα παίρνει αυτό το παιδί και το μεγαλώνει σαν να ήταν δικό της. Από αυτό το σημείο και μετά, όμως, η Navarro απομακρύνεται από την αγωνία ενός αστυνομικού μυστηρίου. Δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει σασπένς γύρω από το τι συνέβη ή να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μια αποκάλυψη. Το πραγματικό της ενδιαφέρον βρίσκεται στο τι σημαίνει αυτή η απώλεια για τις δύο γυναίκες και πώς η καθεμία κουβαλά το δικό της, διαφορετικό τραύμα.
Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες, οι οποίες δεν κατονομάζονται ποτέ. Η απουσία ονομάτων δεν είναι τυχαία. Οι γυναίκες αυτές λειτουργούν ως πρόσωπα αλλά και ως σύμβολα μιας κοινωνίας που συχνά ορίζει τις γυναίκες αποκλειστικά μέσα από τη σχέση τους με τη μητρότητα. Είναι «η μητέρα του παιδιού», όχι ολοκληρωμένες προσωπικότητες με επιθυμίες, φόβους και αντιφάσεις.
Αυτό είναι ίσως και πιο δυνατό στοιχείο του βιβλίου. Η Navarro αρνείται να παρουσιάσει τις ηρωίδες της ως «καλές» ή «κακές». Η γυναίκα που χάνει το παιδί της δεν εξιδανικεύεται ως η τέλεια μητέρα. Αντίθετα, μιλά με απόλυτη ειλικρίνεια για την εξάντληση, την αμφιθυμία και την ασφυξία που ένιωθε μέσα στον ρόλο που της είχε επιβληθεί. Από την άλλη, η γυναίκα που κλέβει το παιδί δεν παρουσιάζεται ως ένα μονοδιάστατο τέρας. Η πράξη της παραμένει αδιανόητη, όμως η συγγραφέας φωτίζει το ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο που την οδήγησε σε αυτήν, χωρίς ποτέ να επιχειρεί να τη δικαιολογήσει.
Αυτή η επιλογή κάνει το μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο. Ο αναγνώστης καλείται διαρκώς να αντιμετωπίσει δυσάρεστα ερωτήματα. Μπορεί μια γυναίκα να μη βιώνει τη μητρότητα όπως η κοινωνία περιμένει; Πόσο χώρο αφήνεται στις γυναίκες να εκφράσουν την απογοήτευση, την κούραση ή ακόμη και την απόρριψη απέναντι στον μητρικό ρόλο χωρίς να στιγματιστούν; Και τελικά, πόσο εύκολα μετατρέπεται η μητρότητα από προσωπική εμπειρία σε κοινωνική υποχρέωση;
Παράλληλα, το βιβλίο επεκτείνεται πολύ πέρα από τη μητρότητα. Μέσα στις αφηγήσεις των δύο γυναικών αναδεικνύονται οι ταξικές ανισότητες του Μεξικού, η ενδοοικογενειακή βία, ο ρατσισμός απέναντι στους ανθρώπους με ιθαγενικά χαρακτηριστικά, η γυναικεία κακοποίηση και η αδιαφορία του κράτους απέναντι στις εξαφανίσεις ανθρώπων. Όλα αυτά δεν παρουσιάζονται σαν ξεχωριστές θεματικές ενότητες, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των ηρωίδων. Το προσωπικό και το πολιτικό γίνονται ένα, δείχνοντας πως ακόμη και οι πιο ιδιωτικές εμπειρίες επηρεάζονται από τις κοινωνικές δομές που τις περιβάλλουν.
Η γραφή της Navarro είναι κοφτή, ωμή και σχεδόν απογυμνωμένη από κάθε διάθεση εξωραϊσμού. Οι εσωτερικοί μονόλογοι έχουν μια ένταση που θυμίζει εξομολόγηση, ενώ οι προτάσεις συχνά μοιάζουν να ξεχύνονται αβίαστα, ακολουθώντας τον ρυθμό της σκέψης των δύο αφηγητριών. Δεν υπάρχουν συναισθηματικοί εκβιασμοί ούτε εύκολες συγκινήσεις. Αντίθετα, η συγγραφέας εμπιστεύεται τη δύναμη των ίδιων των γεγονότων και των σκέψεων των χαρακτήρων, αφήνοντας τον αναγνώστη να νιώσει το βάρος τους χωρίς καθοδήγηση.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η χρήση του τίτλου. Τα «άδεια σπίτια» δεν αναφέρονται μόνο στα σπίτια που στερούνται παιδιών ή οικογένειας. Είναι οι άδειοι εσωτερικοί χώροι των ανθρώπων. Είναι τα σώματα που κουβαλούν τραύματα, οι ζωές που έχουν χτιστεί πάνω σε προσδοκίες άλλων, οι σχέσεις που μοιάζουν ολοκληρωμένες μόνο εξωτερικά. Ο τίτλος αποκτά συνεχώς νέα σημασία όσο προχωρά η αφήγηση.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, παρά τη μικρή του έκταση, μόλις περίπου 165 σελίδες, το μυθιστόρημα δεν δίνει την αίσθηση ότι του λείπει κάτι. Κάθε κεφάλαιο έχει λόγο ύπαρξης και κάθε σκέψη των ηρωίδων προσθέτει ακόμη ένα κομμάτι στο πολύπλοκο ψυχολογικό τους πορτρέτο. Η οικονομία της αφήγησης είναι εντυπωσιακή, καθώς μέσα σε λίγες σελίδες η Navarro καταφέρνει να συμπυκνώσει θέματα που άλλα μυθιστορήματα χρειάζονται πολλαπλάσιο όγκο για να αναπτύξουν.
Το «Άδεια σπίτια» δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα ούτε ένα βιβλίο που αναζητά τη συναισθηματική κάθαρση. Είναι ένα μυθιστόρημα που αμφισβητεί βεβαιότητες και αποδομεί στερεότυπα γύρω από τη γυναικεία ταυτότητα και τη μητρότητα, χωρίς να προσφέρει απλές απαντήσεις. Αντίθετα, αφήνει τον αναγνώστη με ερωτήματα που συνεχίζουν να τον συνοδεύουν και μετά την τελευταία σελίδα.
Πρόκειται για ένα έργο που αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά προσωπική και έντονα πολιτική. Η Brenda Navarro δημιουργεί δύο γυναικείες φωνές που δεν ζητούν κατανόηση ούτε συγχώρεση. Ζητούν μόνο να ακουστούν. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το «Άδεια σπίτια» τόσο δυνατό. Η άρνησή του να απλοποιήσει τον ανθρώπινο πόνο ή να χωρέσει τις γυναίκες μέσα σε προκαθορισμένους ρόλους. Είναι ένα βιβλίο που δύσκολα ξεχνιέται, όχι εξαιτίας της πλοκής του, αλλά επειδή αναγκάζει τον αναγνώστη να κοιτάξει κατάματα όσα η κοινωνία προτιμά να αφήνει στη σιωπή.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μπρέντα Ναβάρο (Μεξικό 1982) σπούδασε Κοινωνιολογία και Φεμινιστική Οικονομία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού και έκανε μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Το 2016 ίδρυσε την #EnjambreLiterario, μια ομάδα που προωθεί τις γυναίκες συγγραφείς. Τα Άδεια Σπίτια, το πρώτο της μυθιστόρημα, προκάλεσε σεισμό στον εκδοτικό κόσμο της χώρας της, μεταξύ άλλων, επειδή το 2018 δημοσιεύτηκε δωρεάν στο διαδικτυακό περιοδικό και εκδοτικό οίκο Kaja Negra. Σύντομα απέκτησε τεράστια επιτυχία μεταξύ των βιβλιόφιλων και θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα ισπανόφωνα μυθιστορήματα της δεκαετίας. Το 2019 απέκτησε και έντυπη μορφή στον εκδοτικό οίκο Sexto Piso και μεταφράστηκε (ή μεταφράζεται) στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, πορτογαλικά και τουρκικά.

