«Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» από τον J. M. Coetzee #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Ο J. M. Coetzee δεν χρειάζεται μεγάλες αφηγηματικές χειρονομίες για να οδηγήσει τον αναγνώστη σε δύσκολα ερωτήματα. Στις οκτώ ιστορίες της συλλογής «Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» ξεκινά από φαινομενικά απλές, καθημερινές καταστάσεις και σταδιακά τις μετατρέπει σε αφορμές για να μιλήσει για την ευθύνη, τη γήρανση, τον θάνατο, την επιθυμία, τη μοναξιά, την απιστία, αλλά κυρίως για τη δύσκολη σχέση του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους και με τα υπόλοιπα πλάσματα του κόσμου.

Η συλλογή περιλαμβάνει τα διηγήματα «Ο σκύλος», «Το διήγημα», «Ματαιοδοξία», «Καθώς μια γυναίκα γερνάει», «Η ηλικιωμένη και οι γάτες», «Ψέματα», «Το γυάλινο σφαγείο» και «Η ελπίδα». Ανάμεσά τους υπάρχουν ιστορίες στις οποίες επιστρέφει η Ελίζαμπεθ Κοστέλο, η εμβληματική ηρωίδα του Coetzee, λειτουργώντας για ακόμη μία φορά ως φορέας των πιο επίμονων ηθικών και υπαρξιακών προβληματισμών του συγγραφέα.

Και είναι ακριβώς αυτή η παρουσία που συνδέει πολλές από τις ιστορίες μεταξύ τους. Η Κοστέλο δεν είναι μια ηρωίδα που προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με ερωτήματα που δεν επιδέχονται οριστική λύση. Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Ποια είναι η ευθύνη μας απέναντι σε ένα άλλο πλάσμα που υποφέρει; Μπορούμε πραγματικά να γνωρίσουμε τον άλλον ή απλώς προβάλλουμε πάνω του όσα εμείς θέλουμε να δούμε; Και τι συμβαίνει όταν η ηθική μας συνείδηση συγκρούεται με τις συνήθειες και τις βολικές βεβαιότητές μας;

Στο «Ο σκύλος», ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό με ένα ζώο γίνεται η αφετηρία μιας πολύ ευρύτερης συζήτησης για την ευθύνη και την αδυναμία του ανθρώπου να παραμένει πραγματικά αμέτοχος απέναντι στον πόνο του άλλου. Ο Coetzee ενδιαφέρεται λιγότερο για το ίδιο το περιστατικό και περισσότερο για αυτό που αποκαλύπτει για εκείνον που το παρατηρεί. Η παρουσία του ζώου λειτουργεί σαν καθρέφτης. Αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει τις δικές του επιλογές και τα όρια της ενσυναίσθησής του.

Ανάλογη λειτουργία έχουν και οι ιστορίες που περιστρέφονται γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Η απιστία, οι οικογενειακοί δεσμοί, η επιθυμία και τα ψέματα δεν παρουσιάζονται ως απλά ηθικά διλήμματα με έναν ένοχο και ένα θύμα. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τις γκρίζες περιοχές στις οποίες κινούνται οι άνθρωποι. Στη «Ματαιοδοξία», για παράδειγμα, μια οικογενειακή συνάντηση με αφορμή τα γενέθλια μιας μητέρας γίνεται αφορμή να αναδειχθούν οι εντάσεις, οι προσδοκίες και οι μικρές αμηχανίες που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια της οικογενειακής οικειότητας.

Το ίδιο συμβαίνει και με το θέμα της ηλικίας. Στην ιστορία «Καθώς μια γυναίκα γερνάει», η Ελίζαμπεθ Κοστέλο βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με τη σωματική φθορά, αλλά και με το ερώτημα τι σημαίνει να συνεχίζεις να υπάρχεις όταν ο χρόνος περιορίζει σταδιακά τις δυνατότητες που κάποτε θεωρούσες δεδομένες. Η γήρανση στον Coetzee δεν είναι απλώς ένα βιολογικό γεγονός. Είναι μια αναμέτρηση με την ταυτότητα, την αξιοπρέπεια, τη μνήμη και την αξία μιας ζωής που πλησιάζει προς το τέλος της.

Στην «Η ηλικιωμένη και οι γάτες» η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα γίνεται ακόμη πιο κεντρική. Η Κοστέλο επιλέγει να προστατεύσει τα ζώα που βρίσκονται γύρω της, όχι επειδή έχει καταλήξει σε κάποιο τέλεια οργανωμένο φιλοσοφικό επιχείρημα, αλλά επειδή αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη τους. Η συγκεκριμένη ιστορία συνδέεται με έναν από τους σταθερότερους προβληματισμούς του Coetzee, την αμφισβήτηση της ανθρώπινης ανωτερότητας και την προσπάθεια να αναγνωριστεί η ζωή του ζώου ως κάτι περισσότερο από αντικείμενο της ανθρώπινης χρήσης.

Ο προβληματισμός αυτός κορυφώνεται στο «Γυάλινο σφαγείο». Εδώ η Κοστέλο έρχεται αντιμέτωπη με τη βιομηχανική εκμετάλλευση των ζώων και με τον τρόπο που η κοινωνία έχει μάθει να απομακρύνει από το οπτικό της πεδίο όσα συμβαίνουν πριν φτάσει το κρέας στο πιάτο. Το «γυάλινο» σφαγείο αποτελεί μια ιδιαίτερα εύστοχη ιδέα, επειδή καταργεί ακριβώς αυτή την απόσταση. Κάνει ορατό αυτό που συνήθως παραμένει κρυμμένο. Η ιστορία εξετάζει την ηθική βάση πάνω στην οποία ο άνθρωπος δικαιολογεί την κατανάλωση και τη θανάτωση άλλων πλασμάτων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Coetzee δεν μετατρέπει τις ιστορίες του σε απλά φιλοσοφικά δοκίμια. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να δοκιμάσει ιδέες πάνω σε συγκεκριμένες ζωές. Αυτό είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του. Οι ήρωές του δεν λειτουργούν ως πιόνια που πρέπει να αποδείξουν μια θεωρία. Έχουν αδυναμίες, αντιφάσεις, εγωισμό, φόβο και επιθυμίες. Και ακριβώς γι’ αυτό τα ηθικά ερωτήματα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος.

Η γραφή του παραμένει λιτή και ελεγχόμενη. Ο Coetzee αποφεύγει τις μεγάλες συναισθηματικές εξάρσεις και αφήνει συχνά το ίδιο το περιστατικό να δημιουργήσει την ένταση. Κάτω από την απλότητα της πρόζας υπάρχει μια συνεχής αίσθηση αμφισημίας. Δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ποιος έχει δίκιο, ούτε υπάρχει πάντοτε μια λύση που να μπορεί να λειτουργήσει ως ηθικό συμπέρασμα. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί ο συγγραφέας δεν ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει μαζί του. Τον αναγκάζει να παραμείνει μέσα στο ερώτημα.

Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο είναι ιδιαίτερα σημαντική σε αυτή τη διαδικασία. Η ηλικία της, η εμπειρία της και η διαρκής αμφιβολία της για τη θέση της μέσα στον κόσμο την κάνουν έναν χαρακτήρα που βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στη γνώση και την αδυναμία να μάθει πραγματικά. Η ίδια θέλει να κατανοήσει τον άλλον, όμως σταδιακά έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης. Όσο κι αν προσπαθούμε να μπούμε στη θέση κάποιου άλλου, δεν μπορούμε ποτέ να βιώσουμε απόλυτα τη δική του πραγματικότητα. Αυτή η αδυναμία κατανόησης, αλλά και η επίμονη προσπάθεια να ξεπεραστεί, βρίσκεται στον πυρήνα αρκετών από τις ιστορίες της συλλογής. Ο Coetzee εξετάζει έτσι όχι μόνο το πόσο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά με τους άλλους, αλλά και το κατά πόσο είμαστε πραγματικά πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε τη δική τους διαφορετική εμπειρία.

Ακόμη και ο τίτλος αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο βάρος. Η «ελπίδα» δεν παρουσιάζεται ως εύκολη αισιοδοξία ούτε ως υπόσχεση ότι όλα θα διορθωθούν. Σε έναν κόσμο όπου η γήρανση, η απώλεια, η μοναξιά, η βία απέναντι στα ζώα και η αδυναμία επικοινωνίας είναι αναπόφευκτες πραγματικότητες, η ελπίδα μοιάζει περισσότερο με μια επίμονη ανθρώπινη ανάγκη. Την ανάγκη να συνεχίσουμε να αναζητούμε έναν τρόπο συνύπαρξης, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να λύσουμε όλα τα προβλήματα που μας περιβάλλουν.

Ο Coetzee αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η μεγάλη λογοτεχνία δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της για να γίνει απαιτητική. Μπορεί να ξεκινήσει από έναν σκύλο πίσω από μια καγκελόπορτα, από μια οικογενειακή συγκέντρωση, από μια γυναίκα που μεγαλώνει ή από μια ομάδα γατών και να καταλήξει σε ερωτήματα για την ίδια τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το «Η ελπίδα και άλλες ιστορίες» είναι μια συλλογή για την ευθύνη απέναντι στον Άλλο, είτε αυτός είναι ένας άνθρωπος είτε ένα ζώο, και για το πόσο δύσκολο είναι να ζούμε χωρίς να κλείνουμε τα μάτια σε όσα μας ενοχλούν. Με την ψυχρή ακρίβεια, την υπαρξιακή ανησυχία και το λεπτό, συχνά ειρωνικό χιούμορ που χαρακτηρίζουν τον Coetzee, οι ιστορίες αυτές δεν προσφέρουν εύκολες απαντήσεις. Προσφέρουν κάτι πιο ουσιαστικό, αφορμές για να κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά όσα θεωρούμε αυτονόητα.

 

Εκδόσεις Διόπτρα

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Τζον Μάξγουελ Κούτσι γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Έχει γράψει είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων τα Περιμένοντας τους βαρβάρους (Waiting for the Barbarians), για το οποίο τιμήθηκε με το Central News Agency Award, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Νότιας Αφρικής, το αυτοβιογραφικό Σκηνές απ’ τη ζωή ενός παιδιού (Boyhood: Scenes from a Provincial Life) και το πιο πρόσφατο Ο Πολωνός (εκδ. Διόπτρα 2023). Το 1983 τιμήθηκε με το Booker για το Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ, διάκριση που απέσπασε ξανά το 1999 με την Ατίμωση (εκδ. Διόπτρα 2024) και έγινε έτσι ο πρώτος συγγραφέας στην ιστορία που έχει κερδίσει το βραβείο αυτό δύο φορές. Το 2003 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.