«Στα ρηχά» από τον Benjamin Wood #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Μπορεί να μην διαβάζω όλα τα βιβλία που ήταν υποψήφια για κάποιο βραβείο ή που κέρδισαν κάποιο, όμως κάποια μου τραβούν την προσοχή. Αυτή η ανάρτηση είναι για ένα τέτοιο βιβλίο. Έχοντας κερδίσει το Βραβείο Nero 2025 ενώ ήταν και στη μακρά λίστα για το Booker της ίδιας χρονιάς, το «Στα ρηχά» μπήκε στη λίστα μου με το που το είδα. Με αυτό το βιβλίο, ο Benjamin Wood, παραδίδει ένα μυθιστόρημα λιτό στην επιφάνειά του, αλλά εξαιρετικά πλούσιο σε συναισθηματικό και θεματικό βάθος.

Η ιστορία μάς μεταφέρει στο Λονγκφέρι, μια παραθαλάσσια πόλη της βόρειας Αγγλίας τη δεκαετία του 1960. Εκεί ζει ο Τόμας Φλετ, ένας νεαρός άντρας που ακολουθεί το οικογενειακό επάγγελμα της αλιείας γαρίδας με τον παραδοσιακό τρόπο. Χρησιμοποιώντας άλογο, δίχτυα και πολλή σωματική εργασία. Η καθημερινότητά του είναι σχεδόν αμετάβλητη. Ξυπνά πριν ξημερώσει, δουλεύει στα ρηχά νερά της ακτής, επιστρέφει στο σπίτι όπου ζει με τη μητέρα του και συνεχίζει έναν κύκλο που μοιάζει να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα.

Ο Τόμας δεν είναι ένας ήρωας που ονειρεύεται μεγάλες περιπέτειες. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να ζει μέσα στα όρια που του έχουν επιβληθεί. Κι όμως, πίσω από τη σιωπηλή του φύση κρύβεται μια λαχτάρα για κάτι διαφορετικό. Παίζει κιθάρα κρυφά, αγαπά τη μουσική και ονειρεύεται μια ζωή πέρα από εκείνη που μοιάζει προκαθορισμένη γι’ αυτόν. Όταν ένας Αμερικανός σκηνοθέτης, ο Έντγκαρ Άτσεσον, εμφανίζεται ξαφνικά στην πόλη και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον νεαρό ψαρά, η ισορροπία της ζωής του αρχίζει να διαταράσσεται. Ο ξένος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο γεμάτο υποσχέσεις, γοητεία και δυνατότητες, αλλά και αβεβαιότητα. Και κάπου εκεί ξεκινά η πραγματική καρδιά του μυθιστορήματος.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο στο βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Wood μετατρέπει μια φαινομενικά απλή ιστορία ενηλικίωσης σε μια βαθιά μελέτη πάνω στην ταυτότητα. Ο Τόμας βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία η παράδοση, η οικογένεια, η υποχρέωση και οι προσδοκίες των άλλων. Από την άλλη η ανάγκη να ανακαλύψει ποιος πραγματικά είναι και τι θέλει από τη ζωή του. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από κάθε σελίδα δεν είναι αν θα πετύχει τα όνειρά του, αλλά αν θα βρει το θάρρος να τα διεκδικήσει.

Η σχέση του με τη μητέρα του αποτελεί έναν από τους πιο ενδιαφέροντες άξονες του βιβλίου. Πρόκειται για μια σχέση γεμάτη αγάπη, αλλά και ασφυξία. Η μητέρα του δεν παρουσιάζεται ως μια μονοδιάστατη καταπιεστική φιγούρα. Αντίθετα, ο συγγραφέας της χαρίζει πολυπλοκότητα και ανθρώπινες αντιφάσεις. Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους αναδεικνύεται το βάρος της οικογενειακής κληρονομιάς και το πόσο δύσκολο είναι πολλές φορές να αποκοπεί κανείς από όσα τον διαμόρφωσαν.

Παράλληλα, το βιβλίο εξερευνά τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την αλλαγή. Το επάγγελμα του Τόμας μοιάζει να ανήκει ήδη στο παρελθόν. Ο κόσμος γύρω του μεταμορφώνεται, οι παλιές πρακτικές εγκαταλείπονται και οι άνθρωποι καλούνται να προσαρμοστούν. Ο ήρωας βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο αυτής της μετάβασης. Δεν είναι μόνο η προσωπική του ζωή που αλλάζει. Αλλάζει και ολόκληρος ο κόσμος που γνωρίζει.

Ο Wood γράφει με αξιοθαύμαστη οικονομία. Δεν καταφεύγει σε υπερβολές ούτε προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περίτεχνες αφηγηματικές ακροβασίες. Αντίθετα, χτίζει αργά και προσεκτικά μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τη θάλασσα του βιβλίου. Ήρεμη στην επιφάνεια, αλλά γεμάτη αόρατα ρεύματα από κάτω. Οι περιγραφές του τοπίου είναι ζωντανές χωρίς να γίνονται φορτικές, ενώ οι διάλογοι αποδίδουν εξαιρετικά τη συστολή και την αμηχανία των χαρακτήρων.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στον τρόπο που αξιοποιείται το μοτίβο της θάλασσας. Τα ρηχά νερά του τίτλου δεν αποτελούν μόνο τον χώρο εργασίας του πρωταγωνιστή. Λειτουργούν και συμβολικά, ως το σημείο όπου ο ήρωας στέκεται ανάμεσα στην ασφάλεια και το άγνωστο. Είναι αρκετά βαθιά ώστε να κρύβουν μυστικά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορεί κανείς να διακρίνει τι υπάρχει από κάτω. Αυτή η αίσθηση διαπερνά ολόκληρο το μυθιστόρημα.

Αν έπρεπε να επισημάνω κάτι που ίσως ξενίσει ορισμένους αναγνώστες, είναι ο αργός ρυθμός της αφήγησης. Το «Στα ρηχά» δεν είναι ένα βιβλίο που βασίζεται στην πλοκή για να κρατήσει το ενδιαφέρον. Επενδύει περισσότερο στη δημιουργία χαρακτήρων, στη συναισθηματική ένταση και στην εσωτερική διαδρομή του ήρωα. Όσοι αναζητούν συνεχείς εξελίξεις μπορεί να το βρουν πιο ήσυχο από όσο περιμένουν. Για όσους όμως αγαπούν τα λογοτεχνικά μυθιστορήματα χαρακτήρων, αυτή ακριβώς η επιλογή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά του.

Συνολικά, το «Στα ρηχά» είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα για τις ζωές που κληρονομούμε και τις ζωές που επιθυμούμε. Μια ιστορία για τα όνειρα που κρατάμε κρυμμένα, για τους ρόλους που μας επιβάλλονται και για τη δύσκολη, συχνά επώδυνη διαδικασία του να ανακαλύπτουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ο Benjamin Wood αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι διαθέτει μια σπάνια ικανότητα να βρίσκει το σπουδαίο μέσα στο φαινομενικά συνηθισμένο και να μετατρέπει μια προσωπική ιστορία σε κάτι βαθιά ανθρώπινο και καθολικό.

Ένα βιβλίο ατμοσφαιρικό, τρυφερό και στοχαστικό, που μένει μαζί σου πολύ μετά την τελευταία σελίδα.

 

Εκδόσεις Διόπτρα

 

Λίγα λόγια για το συγγραφέα:

Ο Benjamin Wood γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στο Μέρσισαϊντ. Έργα του έχουν περιληφθεί στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Costa Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το Βραβείο της Κοινοπολιτείας, για το Βραβείο Νέου Συγγραφέα της Χρονιάς των Sunday Times, για το RSL Encore, για το CWA Gold Dagger και για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2014 απέσπασε το γαλλικό Βραβείο Μυθιστορήματος Fnac για το πρώτο του βιβλίο. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο King’s College και ζει στο Σάρεϊ με τη γυναίκα του και τους γιους τους.

 

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.