Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Η «Οδύσσεια» είναι ίσως από εκείνες τις ιστορίες που γνωρίζουμε ακόμη κι όταν δεν την έχουμε διαβάσει ολόκληρη. Ο Οδυσσέας, η Ιθάκη, η Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος, ο Κύκλωπας, η Κίρκη, οι Σειρήνες, η Καλυψώ. Εικόνες και πρόσωπα που έχουν περάσει προ πολλού από την αρχαία ποίηση στη συλλογική μας μνήμη. Το δύσκολο, επομένως, για όποιον επιχειρεί να την αφηγηθεί ξανά δεν είναι να βρει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Είναι να βρει έναν καινούργιο τρόπο να μας την αφηγηθεί χωρίς να την απομακρύνει από αυτό που την έκανε διαχρονική.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Στίβεν Φράι στην «Οδύσσειά» του, το τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς του για την ελληνική μυθολογία. Στα Ελληνικά νομίζω μας λείπει το τρίτο βιβλίο της σειράς, «Troy», όπου περιγράφεται ο πόλεμος της Τροίας, η γνωστή μας Ιλιάδα του Ομήρου. Τα άλλα δύο όμως βιβλία, «Μύθος» και «Ήρωες», κυκλοφορούν επίσης από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ο Φράι δεν επιχειρεί να μεταφέρει τον Όμηρο στη σύγχρονη γλώσσα με φιλολογική αυστηρότητα. Επιλέγει την αναδιήγηση. Παίρνει τον ομηρικό πυρήνα, τον εμπλουτίζει με άλλες μυθολογικές και λογοτεχνικές παραδόσεις και τον μετατρέπει σε μια αφήγηση που έχει την αμεσότητα ενός σύγχρονου μυθιστορήματος.
Και το ταξίδι αρχίζει εκεί όπου τελείωσε ο Τρωικός πόλεμος. Η Τροία έχει πέσει και οι Έλληνες επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Μόνο που ο πόλεμος δεν τελειώνει πραγματικά όταν σταματούν οι μάχες. Ο Αγαμέμνονας επιστρέφει στις Μυκήνες, κουβαλώντας μαζί του το βάρος της θυσίας της Ιφιγένειας και την οργή της Κλυταιμνήστρας. Ο Μενέλαος και η Ελένη παίρνουν επίσης τον δρόμο της επιστροφής. Και ο Οδυσσέας ξεκινά για την Ιθάκη, έχοντας μπροστά του ένα ταξίδι που, αντί για λίγες εβδομάδες, θα διαρκέσει δέκα ολόκληρα χρόνια.
Από εδώ και πέρα, η αφήγηση γίνεται ένας λαβύρινθος περιπετειών. Ο Οδυσσέας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Πολύφημο, θα γνωρίσει την Κίρκη, θα ακούσει το τραγούδι των Σειρήνων, θα περάσει από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, θα γνωρίσει την Καλυψώ και θα αντιμετωπίσει την οργή του Ποσειδώνα. Όμως ο Φράι δεν αντιμετωπίζει αυτά τα επεισόδια ως μια απλή αλληλουχία τεράτων και δοκιμασιών. Κάθε σταθμός αποτελεί και έναν διαφορετικό τρόπο να εξεταστεί ο άνθρωπος όταν βρίσκεται μακριά από όσα θεωρεί δεδομένα. Γιατί ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς ένας ήρωας που προσπαθεί να επιβιώσει. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιστρέψει. Και αυτή η διάκριση είναι σημαντική.
Ο νόστος βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Η επιστροφή δεν σημαίνει μόνο να φτάσει κάποιος σε έναν γεωγραφικό προορισμό. Σημαίνει να ξαναβρεί την ταυτότητά του, να αναμετρηθεί με όσα έχασε, να διαπιστώσει αν το σπίτι που θυμάται εξακολουθεί να υπάρχει και, κυρίως, αν ο ίδιος παραμένει ο άνθρωπος που έφυγε. Ο Φράι χρησιμοποιεί αυτή την ιδέα για να ανοίξει την αφήγηση πέρα από τον Οδυσσέα. Η ιστορία του Αγαμέμνονα, του Μενέλαου, του Αινεία και άλλων προσώπων λειτουργεί σαν μια σειρά παράλληλων διαδρομών γύρω από την ίδια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη. Την αναζήτηση ενός τόπου στον οποίο μπορούμε να ανήκουμε.
Έτσι, η «Οδύσσεια» του Φράι δεν είναι αποκλειστικά η ιστορία ενός άντρα που θέλει να γυρίσει στη γυναίκα και στον γιο του. Είναι και μια ιστορία για το τι συμβαίνει στους ανθρώπους όταν επιστρέφουν από τον πόλεμο. Ο πόλεμος αφήνει πίσω του νεκρούς, ενοχές, τραύματα, διαλυμένες σχέσεις και ανθρώπους που πρέπει να συνεχίσουν να ζουν με τις συνέπειες των επιλογών τους. Η παράλληλη ιστορία του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, ειδικότερα, λειτουργεί ως σκοτεινή αντίστιξη στον νόστο του Οδυσσέα. Δεν επιστρέφουν όλοι οι ήρωες σε ένα σπίτι που τους περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Και κάπου εδώ ο Φράι κατορθώνει να κάνει κάτι ενδιαφέρον. Απομακρύνει την «Οδύσσεια» από την εύκολη ανάγνωση μιας περιπέτειας με αίσιο τέλος.
Ο Οδυσσέας είναι πολυμήχανος, γενναίος και εξαιρετικά ικανός. Είναι όμως ταυτόχρονα εγωιστής, παρορμητικός και συχνά υπεύθυνος για τις συνέπειες των δικών του αποφάσεων. Η ευφυΐα του είναι το μεγαλύτερο όπλο του, αλλά και η αδυναμία του. Η ανάγκη του να αποδείξει ποιος είναι, να ξεπεράσει έναν αντίπαλο ή να αφήσει πίσω του το αποτύπωμά του τον οδηγεί συχνά σε νέους κινδύνους. Ο Φράι δεν προσπαθεί να τον αγιοποιήσει. Αντίθετα, επιτρέπει στον ήρωά του να παραμείνει αντιφατικός. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη σχέση του με την Πηνελόπη.
Στην πιο απλοποιημένη εκδοχή του μύθου, η Πηνελόπη είναι η πιστή σύζυγος που περιμένει. Στον Φράι, όμως, η αναμονή της δεν είναι απλώς παθητικότητα. Η Πηνελόπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαφορετική μορφή πολέμου. Πρέπει να υπερασπιστεί το σπίτι της, την περιουσία της, τη θέση της και τον γιο της απέναντι στους μνηστήρες, χρησιμοποιώντας όχι τη σωματική δύναμη αλλά την εξυπνάδα, την υπομονή και την ικανότητά της να χειρίζεται τους ανθρώπους. Η ευφυΐα της αποτελεί το αντίστοιχο της εξυπνάδας του Οδυσσέα. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναγνώρισή τους, όταν εκείνος επιστρέφει, δεν μπορεί να γίνει απλώς επειδή «η γυναίκα αναγνωρίζει τον άντρα της». Η Πηνελόπη χρειάζεται τη δική της βεβαιότητα.
Ο Τηλέμαχος, από την άλλη, λειτουργεί ως ο τρίτος κρίσιμος πόλος της ιστορίας. Είναι ο γιος που μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του και πρέπει να ενηλικιωθεί μέσα σε ένα σπίτι όπου η απουσία του Οδυσσέα έχει γίνει σχεδόν μόνιμη κατάσταση. Η δική του πορεία είναι μια ιστορία ενηλικίωσης και αναζήτησης ταυτότητας. Δεν χρειάζεται απλώς να ξαναβρεί τον πατέρα του. Χρειάζεται να ανακαλύψει ποιος είναι ο ίδιος, πέρα από τη σκιά του διάσημου βασιλιά και πολεμιστή.
Ακριβώς γι’ αυτό η σχέση πατέρα και γιου αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Ο Οδυσσέας επιστρέφει σε έναν γιο που δεν γνωρίζει πραγματικά, ενώ ο Τηλέμαχος περιμένει έναν πατέρα που έχει γνωρίσει περισσότερο μέσα από αφηγήσεις παρά από την καθημερινότητα. Το ταξίδι, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την απόσταση ανάμεσα στην Τροία και την Ιθάκη. Αφορά και την απόσταση που δημιουργεί ο χρόνος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Σε αυτό το σημείο ξεχωρίζει και η αφηγηματική προσέγγιση του Φράι. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι ότι γνωρίζει πως η μυθολογία δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται σαν μουσειακό έκθεμα. Το χιούμορ, οι σύγχρονες αναφορές, οι παρατηρήσεις του αφηγητή και οι επεξηγηματικές σημειώσεις μεταφέρουν το αρχαίο υλικό σε ένα οικείο αναγνωστικό περιβάλλον. Η γλώσσα είναι σύγχρονη, άμεση και συχνά παιχνιδιάρικη, ενώ η έρευνα πίσω από την αφήγηση παραμένει εμφανής.
Το χιούμορ είναι αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του Φράι. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα της προσέγγισής του. Μπορεί μέσα σε λίγες γραμμές να μετατρέψει μια σκηνή σε κωμωδία χωρίς να εξαφανίσει τη βία, την απώλεια ή τη δραματικότητά της. Η «Οδύσσεια» παραμένει ένα έργο γεμάτο θάνατο, εκδίκηση, απώλεια, σεξουαλική βία, εξουσία και ανθρώπινη αλαζονεία. Το χιούμορ δεν ακυρώνει αυτά τα στοιχεία. Τα κάνει περισσότερο προσβάσιμα στον σύγχρονο αναγνώστη.
Ταυτόχρονα, ο Φράι διευρύνει το ομηρικό υλικό. Δεν περιορίζεται στην αφήγηση της «Οδύσσειας» όπως την γνωρίζουμε από το έπος, αλλά ενσωματώνει ιστορίες και παραδόσεις που συνδέονται με τον κόσμο του νόστου. Η παρουσία του Αινεία, για παράδειγμα, μετακινεί την αφήγηση προς τον ρωμαϊκό μυθολογικό κύκλο και την «Αινειάδα», ενώ η ιστορία του Οίκου των Ατρειδών προσφέρει μια διαφορετική εκδοχή του τι μπορεί να σημαίνει «επιστρέφω σπίτι».
Αυτή η επιλογή έχει και ένα μικρό τίμημα. Το πρώτο μέρος της αφήγησης μπορεί να μοιάζει περισσότερο περιπλανώμενο, καθώς η ιστορία ανοίγει προς πολλές κατευθύνσεις πριν επικεντρωθεί ξανά στον Οδυσσέα. Όμως αυτή η περιπλάνηση είναι ταυτόχρονα και μέρος της λογικής του βιβλίου. Η «Οδύσσεια» δεν είναι μόνο η ιστορία ενός άντρα που επιστρέφει. Είναι μια συλλογή ιστοριών επιστροφής, ή αποτυχίας της επιστροφής.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της αναδιήγησης. Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας τόπος. Είναι μια ιδέα. Είναι αυτό που πιστεύουμε ότι θα μας αποκαταστήσει όταν όλα έχουν τελειώσει. Το σπίτι, η οικογένεια, η πατρίδα, η παλιά μας ζωή. Όμως ο Οδυσσέας, όταν τελικά φτάνει εκεί, δεν επιστρέφει σε έναν κόσμο που τον περίμενε ανέγγιχτος. Ούτε ο ίδιος είναι ο άνθρωπος που έφυγε. Η επιστροφή έχει νόημα ακριβώς επειδή προϋποθέτει την αλλαγή.
Ο Φράι, επομένως, διαβάζει τον Όμηρο όχι ως ένα κλειστό μνημείο του παρελθόντος αλλά ως μια ιστορία που συνεχίζει να συνομιλεί με το παρόν. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της «Οδύσσειάς» του. Δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι ο Όμηρος είναι σύγχρονος. Μας δείχνει γιατί δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρος.
Η μετάφραση του Πέτρου Γεωργίου υπηρετεί αυτή την προσέγγιση, μεταφέροντας στα ελληνικά μια αφήγηση που βασίζεται στη ζωντάνια, στο χιούμορ και στην αμεσότητα. Η έκδοση των Εκδόσεων Πατάκη αποτελεί έτσι μια προσιτή είσοδο στον ομηρικό κόσμο, χωρίς να λειτουργεί ως υποκατάστατο του ίδιου του έπους. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως μια πρόσκληση για επιστροφή στον Όμηρο, αυτή τη φορά με διαφορετικά μάτια.
Γιατί τελικά η μεγάλη δύναμη της «Οδύσσειας» βρίσκεται ακριβώς στην ερώτηση που κρύβεται πίσω από όλες τις περιπέτειες. Τι σημαίνει να γυρίζεις σπίτι όταν έχεις αλλάξει τόσο πολύ, ώστε το σπίτι που θυμάσαι να μην μπορεί πια να είναι ακριβώς το ίδιο;
Ο Στίβεν Φράι παίρνει μια ιστορία ηλικίας σχεδόν τριών χιλιετιών και της δίνει ξανά φωνή, ρυθμό και χιούμορ. Και καθώς ο Οδυσσέας παλεύει με θεούς, τέρατα, θάλασσες και τις δικές του αδυναμίες, η πραγματική του δοκιμασία παραμένει η πιο ανθρώπινη από όλες. Να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει και να ανακαλύψει αν υπάρχει ακόμη θέση για εκείνον.
Κάθε ταξίδι έχει έναν προορισμό. Η «Οδύσσεια», όμως, μας θυμίζει ότι ο πραγματικός προορισμός είναι αυτό που γινόμαστε μέχρι να φτάσουμε εκεί.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Στίβεν Φράι (Stephen Fry) είναι βραβευμένος κωμικός, ηθοποιός, παρουσιαστής και σκηνοθέτης. Έγινε διάσημος από τις κωμικές τηλεοπτικές σειρές «A Bit of Fry and Laurie» (σε σενάριο δικό του σε συνεργασία με τον Hugh Laurie) και «Jeeves and Wooster», καθώς και από την κωμική σειρά «Μαύρη οχιά» («Blackadder») ως στρατηγός Melchett. Παρουσίασε περισσότερα από 180 επεισόδια του τηλεοπτικού παιχνιδιού «QI» και αφηγήθηκε και τα επτά μυθιστορήματα του Χάρι Πότερ σε audiobook. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν, σε μετάφραση Πέτρου Γεωργίου, τρία βιβλία του σχετικά με την ελληνική μυθολογία, ο Μύθος (2021), οι Ήρωες (2023) και η Οδύσσεια (2026), ενώ υπό έκδοση είναι η Τροία. O Φράι έχει επίσης γράψει πέντε μυθιστορήματα, που αγαπήθηκαν πολύ από το αναγνωστικό κοινό, καθώς και τρία αυτοβιογραφικά βιβλία.

