Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Αρκεί μερικές φορές ένα βιβλίο, ένα σημείωμα ξεχασμένο ανάμεσα στις σελίδες του και μια μικρή παρεξήγηση για να αλλάξει εντελώς η πορεία πολλών ανθρώπων. Η Moira Macdonald χτίζει πάνω σε αυτή την απλή αλλά γοητευτική ιδέα ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τη σύγχρονη αισθηματική λογοτεχνία με ένα παιχνίδι γύρω από τη δύναμη των ίδιων των ιστοριών και αποτελεί, ταυτόχρονα, έναν φόρο τιμής στα βιβλιοπωλεία, στους ανθρώπους που τα αγαπούν και στις ιστορίες που γεννιούνται ανάμεσα στα ράφια τους.
Η αφετηρία της ιστορίας είναι απολαυστικά κινηματογραφική. Η Έιπριλ, μια γυναίκα που εργάζεται εξ αποστάσεως και νιώθει ολοένα και πιο αποκομμένη από τον κόσμο γύρω της, αποφασίζει αυθόρμητα να αφήσει ένα ανώνυμο ερωτικό σημείωμα μέσα σε ένα βιβλίο για τον Γουέστλεϊ, τον γοητευτικό υπάλληλο του αγαπημένου της βιβλιοπωλείου. Όμως η μοίρα έχει διαφορετικά σχέδια. Το βιβλίο αγοράζεται από τη Λόρα, μια χήρα μητέρα που παλεύει καθημερινά να ισορροπήσει ανάμεσα στις ευθύνες της και στη βαθιά μοναξιά της. Εκείνη θεωρεί πως το γράμμα απευθύνεται στην ίδια και αποφασίζει να απαντήσει, δημιουργώντας μια αλυσίδα παρεξηγήσεων, συναντήσεων και συναισθημάτων που οδηγεί όλους τους εμπλεκόμενους σε απρόσμενα μονοπάτια.
Αν και η περίληψη προϊδεάζει για μια ανάλαφρη ρομαντική κομεντί, η Macdonald επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Το ειδύλλιο υπάρχει και δεν υπάρχει, όμως δεν αποτελεί τον μοναδικό άξονα της αφήγησης. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς δημιουργούνται οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς οι άνθρωποι κουβαλούν τη μοναξιά τους και πώς ένα μικρό, σχεδόν ασήμαντο γεγονός μπορεί να γίνει η αφορμή για να αλλάξει η ζωή τους.
Η συγγραφέας αφιερώνει χρόνο στους χαρακτήρες της και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημα του μυθιστορήματος. Η Έιπριλ είναι μια γυναίκα που έχει εγκλωβιστεί σε μια καθημερινότητα όπου η τηλεργασία και η απομόνωση έχουν περιορίσει σχεδόν κάθε αυθόρμητη ανθρώπινη επαφή. Δεν παρουσιάζεται ως μια κλασική ρομαντική ηρωίδα που αναζητά τον μεγάλο έρωτα. Περισσότερο μοιάζει με έναν άνθρωπο που αναζητά μια αφορμή για να ξαναβρεί την επαφή με τον κόσμο.
Απέναντί της βρίσκεται η Λόρα, ίσως ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας του βιβλίου. Ως μητέρα που έχει χάσει τον σύζυγό της, αντιμετωπίζει τη ζωή με έναν συνδυασμό δύναμης, κούρασης και συγκρατημένης αισιοδοξίας. Η ιστορία της δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο μιας νέας σχέσης αλλά και τη διαδικασία της επούλωσης, της αποδοχής της απώλειας και της σταδιακής επιστροφής στην ελπίδα. Η Macdonald αποφεύγει να την εξιδανικεύσει. Αντίθετα, την παρουσιάζει με όλες τις αμφιβολίες, τις ανασφάλειες και τις μικρές καθημερινές νίκες της.
Ο Γουέστλεϊ, από την άλλη, λειτουργεί σχεδόν ως καταλύτης. Δεν είναι ο παραδοσιακός «τέλειος» ρομαντικός ήρωας. Έχει τις δικές του φιλοδοξίες, αποσπάται εύκολα από όσα συμβαίνουν γύρω του και αρκετές φορές μοιάζει να αγνοεί τις εξελίξεις που ο ίδιος προκαλεί άθελά του. Αυτή η επιλογή κάνει την ιστορία να μοιάζει περισσότερο με αφήγηση ενηλικίωσης παρά με ένα κλασικό romance όπου όλα περιστρέφονται γύρω από το ζευγάρι.
Εκεί όπου το βιβλίο πραγματικά κερδίζει τις εντυπώσεις είναι στην ατμόσφαιρά του. Το βιβλιοπωλείο δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της δράσης. Μετατρέπεται σε έναν ζωντανό οργανισμό, έναν τόπο όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, κρύβονται, αναζητούν απαντήσεις και, τελικά, ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλον. Όποιος αγαπά να χάνεται ανάμεσα σε βιβλιοθήκες και ράφια γεμάτα ιστορίες θα αναγνωρίσει εύκολα αυτή τη σχεδόν μαγική αίσθηση που αποπνέουν τέτοιοι χώροι.
Παράλληλα, η Macdonald γεμίζει το μυθιστόρημα με αναφορές στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο και στην ποπ κουλτούρα. Οι αναφορές αυτές δεν λειτουργούν ως επίδειξη γνώσεων αλλά ως φυσικό κομμάτι της ζωής των χαρακτήρων, οι οποίοι συχνά ερμηνεύουν τον κόσμο μέσα από τις ιστορίες που έχουν αγαπήσει. Έτσι δημιουργείται ένας όμορφος διάλογος με την ίδια τη λογοτεχνία, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές διαβάζουμε βιβλία όχι μόνο για να γνωρίσουμε άλλους ανθρώπους αλλά και για να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Η αφήγηση κινείται με ήρεμο ρυθμό. Όσοι περιμένουν διαρκείς ανατροπές ή έντονη δράση ίσως βρουν ορισμένα σημεία πιο αργά από όσο θα ήθελαν. Ωστόσο, αυτή η επιλογή υπηρετεί τον χαρακτήρα της ιστορίας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται περισσότερο για τις μικρές μετατοπίσεις των συναισθημάτων παρά για τα μεγάλα αφηγηματικά πυροτεχνήματα. Οι σχέσεις εξελίσσονται σταδιακά και οι αλλαγές στους χαρακτήρες προκύπτουν οργανικά.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το μυθιστόρημα πραγματεύεται διακριτικά αλλά ουσιαστικά ζητήματα όπως η μοναξιά της σύγχρονης ζωής, η αποξένωση που μπορεί να συνοδεύει την τηλεργασία, η απώλεια, το πένθος, η δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα, αλλά και η ανάγκη δημιουργίας μιας κοινότητας. Η συγγραφέας δείχνει πως οι σημαντικότερες αλλαγές δεν προκύπτουν απαραίτητα μέσα από θεαματικά γεγονότα, αλλά από μικρές καθημερινές πράξεις καλοσύνης και επικοινωνίας.
Η ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, ενώ η μετάφραση της Έφης Τσιρώνη διατηρεί τη ζεστασιά και την αμεσότητα του πρωτότυπου κειμένου, επιτρέποντας στο χιούμορ και στις συναισθηματικές αποχρώσεις να περάσουν φυσικά στον Έλληνα αναγνώστη.
Το «Όπως στα βιβλία» δεν είναι το βιβλίο που θα βασιστεί σε θεαματικές ανατροπές για να σε κρατήσει μέχρι την τελευταία σελίδα. Είναι όμως μια τρυφερή, ανθρώπινη ιστορία που θυμίζει γιατί οι ιστορίες εξακολουθούν να μας συγκινούν. Επειδή μιλούν για ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο και να πιστέψουν ξανά στις συμπτώσεις, στις δεύτερες ευκαιρίες και στη δύναμη της σύνδεσης. Αν αγαπάς τα βιβλία που υμνούν τα βιβλιοπωλεία, τους βιβλιόφιλους και τις απρόσμενες γνωριμίες, δύσκολα θα κλείσεις αυτή την ιστορία χωρίς ένα χαμόγελο.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Moira Macdonald (Μόιρα Μακντόναλντ) είναι κριτικός τέχνης στην εφημερίδα Seattle Times. Το Όπως στα βιβλία είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

