Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Μια συγκλονιστική ιστορία για το τραύμα, τη μητρότητα και τη δικαιοσύνη που έρχεται πολύ αργά
Δεν είναι εύκολο να γράψεις για ένα βιβλίο όπως το «Ό,τι απομένει απ’ τη ζωή». Όχι επειδή η ιστορία του είναι περίπλοκη, αλλά επειδή τα συναισθήματα που αφήνει πίσω της δύσκολα χωρούν σε λέξεις. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται τη βία, την απώλεια, την οικογένεια και τη δικαιοσύνη, χωρίς να επιδιώκει να σοκάρει. Αντίθετα, επιλέγει έναν πιο απαιτητικό δρόμο. Αφήνει τους χαρακτήρες και τις επιλογές τους να μιλήσουν από μόνες τους.
Ομολογώ ότι άργησα να το διαβάσω. Ήξερα από την πρώτη στιγμή πως θα ήταν ένα βιβλίο που θα με επιβάρυνε συναισθηματικά και συνεχώς ανέβαλλα την ανάγνωσή του. Τελικά, όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα, κατάλαβα ότι δεν είχα κάνει λάθος. Δεν έκλεισα το βιβλίο μόνο συγκινημένη, καθώς ένας θυμός κυριαρχούσε μέσα μου κατά μεγάλο μέρος της ανάγνωσης, το έκλεισα όμως κάπως πιο ήρεμη. Και θεωρώ πως αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Ρέκια. Καταφέρνει να μετατρέψει την ιστορία της από ένα προσωπικό δράμα σε μια αφορμή για προβληματισμό γύρω από την ευθύνη, την εξουσία και την έννοια της δικαιοσύνης.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη μεταπολεμική Ιταλία και ακολουθεί μια οικογένεια της οποίας η ζωή ανατρέπεται από ένα τραγικό γεγονός. Από εκεί και πέρα, η συγγραφέας ξεδιπλώνει μια αφήγηση που εκτείνεται σε πολλά χρόνια, παρακολουθώντας όχι μόνο τις συνέπειες του ίδιου του γεγονότος αλλά, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα εγκαθίσταται στις ζωές των ανθρώπων και διαμορφώνει τις σχέσεις τους. Δεν θα πω περισσότερα για την πλοκή, γιατί η δυναμική του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στον τρόπο που αποκαλύπτει σταδιακά τα γεγονότα.
Αυτό που ξεχώρισα περισσότερο δεν ήταν το ίδιο το τραγικό γεγονός, αλλά όσα ακολούθησαν.
Η Ρέκια στρέφει το βλέμμα της σε εκείνους που έχουν την ευθύνη να προστατεύσουν τους πιο αδύναμους και θέτει ένα εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν η εξουσία επιλέγει να υπηρετήσει τον εαυτό της αντί τη δικαιοσύνη;
Ο ανακριτής είναι ίσως ο χαρακτήρας που μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη οργή. Όχι επειδή αποτελεί τον κλασικό «κακό» της ιστορίας, αλλά επειδή εκπροσωπεί κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Έναν άνθρωπο που κατέχει θεσμική δύναμη και, αντί να τη χρησιμοποιήσει για να προστατεύσει το θύμα, επιλέγει να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον. Η στάση του λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αδικία δεν γεννιέται μόνο από το ίδιο το έγκλημα, αλλά και από τις αποφάσεις όσων θα έπρεπε να αποκαταστήσουν το δίκαιο.
Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου το βιβλίο αποκτά τη μεγαλύτερη κοινωνική του δύναμη. Δεν καταγγέλλει απλώς μια συγκεκριμένη περίπτωση, μιλά για μια διαχρονική πραγματικότητα. Για τις φορές που οι θεσμοί αποτυγχάνουν να προστατεύσουν τους ανθρώπους που έχουν περισσότερο ανάγκη από προστασία και για τις πληγές που αυτή η αποτυχία αφήνει πίσω της.
Από τα στοιχεία που βρήκα πιο ενδιαφέροντα στο μυθιστόρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ρέκια χτίζει τη σχέση ανάμεσα στη Μαρίζα και την Έμμα. Οι δύο αδελφές μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια, όμως από την αρχή του βιβλίου γίνεται φανερό ότι αντιλαμβάνονται τη μητρότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Η Μαρίζα είναι ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά. Η φροντίδα της δεν περιορίζεται στα δικά της παιδιά, αλλά αγκαλιάζει και τα ανίψια της, τα οποία αντιμετωπίζει σαν μέλη της δικής της οικογένειας. Είναι παρούσα, προστατευτική και συναισθηματικά διαθέσιμη. Η Ρέκια δεν τη σκιαγραφεί ως μια τέλεια μητέρα. Αντίθετα, της δίνει αδυναμίες και φόβους. Εκείνο όμως που δεν αμφισβητείται ποτέ είναι η αγάπη της.
Η Έμμα, αντίθετα, μοιάζει να κουβαλά περισσότερα στοιχεία από τη δική τους μητέρα. Είναι ένας άνθρωπος που έχει ως βασική προτεραιότητα τον εαυτό του και αυτό αντικατοπτρίζεται και στον τρόπο που αντιμετωπίζει τα παιδιά της. Δεν δείχνει την ίδια συναισθηματική διαθεσιμότητα ούτε την ίδια προσοχή στις ανάγκες τους. Αυτή η απόσταση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η κόρη της εκπέμπει σήματα κινδύνου και έχει ανάγκη από έναν ενήλικα που θα τη δει πραγματικά. Δεν πρόκειται για μια στιγμιαία αστοχία, αλλά για μια στάση ζωής που η συγγραφέας έχει φροντίσει να χτίσει πολύ πριν από το τραγικό γεγονός.
Αυτό που βρίσκω εξαιρετικά εύστοχο είναι ότι η Ρέκια δεν χρησιμοποιεί τις δύο αδελφές για να αντιπαραθέσει απλώς την «καλή» και την «κακή» μητέρα. Μέσα από αυτές θέτει ένα πιο σύνθετο ερώτημα. Πόσο καθοριστική είναι η συναισθηματική παρουσία ενός γονιού στη ζωή ενός παιδιού; Η αγάπη, όπως δείχνει το βιβλίο, δεν είναι δεδομένη επειδή υπάρχει συγγένεια. Είναι κάτι που αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από την προσοχή, τη φροντίδα και την ουσιαστική επικοινωνία.
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να σταθεί κανείς είναι η ίδια η συγγραφική τεχνική της Ρέκια.
Η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από αυτοσυγκράτηση. Δεν βασίζεται σε συνεχείς ανατροπές ούτε επιδιώκει να σοκάρει μέσα από την ωμή περιγραφή της βίας. Αντίθετα, αξιοποιεί τις σιωπές, τα βλέμματα, τις μικρές χειρονομίες και όσα οι ήρωες αδυνατούν να πουν. Έτσι, το τραύμα δεν παρουσιάζεται μόνο μέσα από τα γεγονότα, αλλά και μέσα από τις αποστάσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Παράλληλα, ο ρυθμός της αφήγησης είναι αργός, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος. Ξέρω ότι αυτό μπορεί να αποθαρρύνει κάποιους αναγνώστες, όμως προσωπικά θεωρώ ότι είναι μια απόλυτα συνειδητή συγγραφική επιλογή. Η Ρέκια επενδύει χρόνο στο να χτίσει τους χαρακτήρες της, ώστε όταν έρθουν οι μεγάλες συναισθηματικές κορυφώσεις να έχουν πραγματικό βάρος. Και για μένα αυτό πέτυχε απόλυτα.
Η Ρομπέρτα Ρέκια υπογράφει ένα μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στις εύκολες συγκινήσεις, αλλά στην ουσιαστική κατανόηση των ανθρώπων της. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, όταν ολοκληρώνεται η ανάγνωση, δεν θυμάσαι μόνο τα γεγονότα. Θυμάσαι τους ανθρώπους. Θυμάσαι τα διλήμματά τους. Και συνεχίζεις να σκέφτεσαι τι σημαίνει τελικά δικαιοσύνη, οικογένεια και αγάπη όταν όλα μοιάζουν να έχουν καταρρεύσει.
Αν αγαπάτε τα οικογενειακά δράματα με έντονη ψυχολογική εμβάθυνση, τις ιστορίες που εξερευνούν τις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς εύκολους διαχωρισμούς ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό» και τα βιβλία που αφήνουν χώρο για σκέψη πολύ μετά την τελευταία σελίδα, τότε το «Ό,τι απομένει απ’ τη ζωή» είναι ένα μυθιστόρημα που αξίζει την προσοχή σας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η ΡΟΜΠΕΡΤΑ ΡΕΚΙΑ, απόφοιτη του Τμήματος Ευρωπαϊκών και Αμερικανικών Γλωσσών και Λογοτεχνιών, εργάστηκε για χρόνια σε κορυφαία εταιρεία του τομέα των διεθνών μεταφορών. Το 2013 πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη δουλειά της για να αφοσιωθεί στη διδασκαλία, ένα αντικείμενο για το οποίο ανακάλυψε πως τρέφει βαθιά αγάπη. Σήμερα διδάσκει την αγγλική γλώσσα σε λύκειο της Ρώμης. Ζει με το αγαπημένο της τσιουάουα, τον Κλάουντιο, σε μια μικρή πόλη στις ακτές του Λάτσιο. Γράφει από τότε που θυμάται τον εαυτό της, όμως η σκέψη να εκδώσει τις ιστορίες της παρέμενε για χρόνια ένα κρυφό όνειρο. Το 2023 αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να το μοιραστεί, με αποτέλεσμα το Ο,ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ να αγγίξει τις καρδιές χιλιάδων αναγνωστών και να μεταφραστεί σε δεκαέξι γλώσσες.

