«Μάριγκολντ και Ρόουζ» από την Louise Glück #BookReview

Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου

 

Ορισμένα βιβλία μοιάζουν να διαβάζονται περισσότερο με τη διαίσθηση παρά με τη λογική. Δεν στηρίζονται στην ένταση της πλοκής ούτε στις συνεχείς ανατροπές, αλλά στη δύναμη της παρατήρησης και στην ικανότητά τους να μετατρέπουν το πιο καθημερινό σε κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Το «Μάριγκολντ και Ρόουζ», το τελευταίο έργο της νομπελίστριας ποιήτριας Λουίζ Γκλικ, είναι ακριβώς ένα τέτοιο βιβλίο. Πρόκειται για μια σύντομη νουβέλα, το μοναδικό έργο της γραμμένο εξ ολοκλήρου σε πεζό λόγο, που αποδεικνύει πως ακόμη και μέσα σε λιγότερες από ογδόντα σελίδες μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη φιλοσοφία για τη ζωή.

Η ιστορία ακολουθεί δύο δίδυμες αδελφές, τη Μάριγκολντ και τη Ρόουζ, κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους. Η ιδέα μοιάζει εξαρχής παράδοξη. Δύο βρέφη που ακόμη δεν έχουν κατακτήσει τη γλώσσα, αλλά διαθέτουν έναν πλούσιο εσωτερικό κόσμο, παρατηρούν τους γονείς τους, τον χρόνο, τη γέννηση της μνήμης, τη μοναξιά και τη σχέση τους μεταξύ τους. Η Γκλικ δεν επιχειρεί να παρουσιάσει μια ρεαλιστική αναπαράσταση της βρεφικής συνείδησης. Αντίθετα, χρησιμοποιεί αυτή την οπτική ως ένα λογοτεχνικό εύρημα για να εξερευνήσει το πώς γεννιέται ο άνθρωπος όχι μόνο βιολογικά, αλλά και υπαρξιακά.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται φανερό ότι οι δύο αδελφές, παρά την κοινή αφετηρία τους, αντιλαμβάνονται τον κόσμο με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η Μάριγκολντ είναι πιο εσωστρεφής, στοχαστική και εύθραυστη. Παρατηρεί σιωπηλά όσα συμβαίνουν γύρω της και μοιάζει να εμβαθύνει διαρκώς στα νοήματα των πραγμάτων. Η Ρόουζ, αντίθετα, είναι πιο εξωστρεφής, προστατευτική και αποφασιστική. Αντιδρά πιο άμεσα, διεκδικεί περισσότερο χώρο και λειτουργεί συχνά ως αντίβαρο στην αδελφή της.

Η σχέση τους αποτελεί την πραγματική καρδιά του βιβλίου. Δεν πρόκειται απλώς για έναν δεσμό ανάμεσα σε δύο αδέλφια, αλλά για μια εξερεύνηση της ίδιας της έννοιας της ταυτότητας. Πώς διαμορφώνεται το «εγώ» όταν υπάρχει πάντα ένα «εμείς»; Μέχρι ποιο σημείο ο άλλος αποτελεί προέκταση του εαυτού μας και πότε αρχίζει να γίνεται ξεχωριστή προσωπικότητα; Αυτά τα ερωτήματα διατρέχουν ολόκληρη τη νουβέλα χωρίς ποτέ να διατυπώνονται ευθέως.

Η πλοκή, με την παραδοσιακή έννοια, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Δεν υπάρχουν μεγάλα γεγονότα που αλλάζουν δραματικά την πορεία της ιστορίας. Αντίθετα, η Γκλικ οικοδομεί το βιβλίο μέσα από μικροσκοπικές στιγμές της καθημερινότητας. Έναν ύπνο, μια ματιά, μια απλή οικογενειακή συνήθεια, την προσπάθεια κατανόησης των ενηλίκων, την ανακάλυψη της γλώσσας. Μέσα από αυτά τα ελάχιστα συμβάντα καταφέρνει να αναδείξει τη βαθιά πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τη γλώσσα. Οι δύο μικρές ηρωίδες δεν μπορούν ακόμη να μιλήσουν, όμως σκέφτονται, αισθάνονται και επικοινωνούν με έναν τρόπο που υπερβαίνει τις λέξεις. Η συγγραφέας μοιάζει να υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη εμπειρία προηγείται της γλώσσας και ότι τα συναισθήματα, οι φόβοι και οι επιθυμίες υπάρχουν πριν αποκτήσουν όνομα. Είναι μια ιδέα που διαπερνά ολόκληρο το έργο και του χαρίζει μια σχεδόν φιλοσοφική διάσταση.

Παράλληλα, το βιβλίο καταπιάνεται με θέματα που χαρακτηρίζουν συνολικά το έργο της Γκλικ. Tον χρόνο, τη μνήμη, την οικογένεια, την απώλεια και τη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και μέσα από τις σκέψεις δύο βρεφών αναδύεται η επίγνωση πως κάθε άνθρωπος, από την πρώτη κιόλας στιγμή της ύπαρξής του, κουβαλάει τη μοναδικότητά του αλλά και τη μοναξιά του. Η παιδική ηλικία εδώ δεν παρουσιάζεται ως μια ειδυλλιακή περίοδος αθωότητας, αλλά ως το σημείο όπου αρχίζει να σχηματίζεται ο τρόπος με τον οποίο θα αντικρίσουμε τον κόσμο για όλη μας τη ζωή.

Η ποιητική καταγωγή της συγγραφέως είναι εμφανής σε κάθε σελίδα. Οι προτάσεις είναι λιτές, προσεκτικά ζυγισμένες και γεμάτες εικόνες που παραμένουν στο μυαλό πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται βιαστικά. Αν και η έκτασή του είναι μικρή, απαιτεί αργό ρυθμό και διάθεση να σταθεί κανείς στις λεπτομέρειες. Συχνά μια μόνο παράγραφος περιέχει περισσότερα νοήματα απ’ όσα συναντά κανείς σε ολόκληρα κεφάλαια άλλων βιβλίων.

Ταυτόχρονα, η Γκλικ δεν παρασύρεται ποτέ σε έναν δυσπρόσιτο λυρισμό. Αντίθετα, αφήνει χώρο και για το χιούμορ. Οι παρατηρήσεις των δύο κοριτσιών απέναντι στους ενήλικες είναι συχνά απολαυστικά ειρωνικές, ενώ η παιδική αφέλεια μετατρέπεται σε εργαλείο για να αποκαλυφθούν οι αντιφάσεις και οι παραλογισμοί της ενήλικης ζωής. Αυτό το λεπτό χιούμορ λειτουργεί ως ισορροπία απέναντι στις πιο υπαρξιακές ανησυχίες του βιβλίου.

Ίσως το μόνο στοιχείο που μπορεί να ξενίσει ορισμένους αναγνώστες είναι οι προσδοκίες τους. Όποιος αναζητά μια παραδοσιακή αφήγηση με έντονη δράση και ξεκάθαρη εξέλιξη πιθανότατα θα δυσκολευτεί. Το «Μάριγκολντ και Ρόουζ» μοιάζει περισσότερο με έναν λογοτεχνικό στοχασμό παρά με μια συμβατική νουβέλα. Η ουσία του δεν βρίσκεται στο τι συμβαίνει, αλλά στον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται οι πιο ανεπαίσθητες εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το γεγονός ότι αυτό ήταν το τελευταίο έργο της Λουίζ Γκλικ προσδίδει στη νουβέλα μια ιδιαίτερη συναισθηματική βαρύτητα. Διαβάζοντάς την, δύσκολα δεν σκέφτεται κανείς ότι η συγγραφέας επιστρέφει συμβολικά στην αρχή της ζωής για να αναζητήσει τις ρίζες όλων όσων την απασχόλησαν στη μακρά ποιητική της διαδρομή. Η αρχή και το τέλος μοιάζουν να συναντιούνται μέσα από ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα αλλά και διαύγεια.

Το «Μάριγκολντ και Ρόουζ» δεν είναι ένα βιβλίο που θα εντυπωσιάσει με τον όγκο του, αλλά με την πυκνότητά του. Είναι μια ήσυχη, στοχαστική και εξαιρετικά λυρική ανάγνωση που προσκαλεί τον αναγνώστη να ξαναδεί την παιδική ηλικία, τη γλώσσα και την ίδια τη γέννηση της ανθρώπινης συνείδησης μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Και όταν κλείσει την τελευταία σελίδα, πιθανότατα θα διαπιστώσει πως η πραγματική ιστορία δεν αφορούσε μόνο δύο δίδυμα κορίτσια, αλλά όλους εμάς και τη στιγμή που αρχίσαμε, για πρώτη φορά, να κοιτάζουμε τον κόσμο.

 

Εκδόσεις Στερέωμα

 

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Λουίζ Γκλικ (1943-2023) ήταν συγγραφέας δύο συλλογών δοκιμίων, δεκατριών βιβλίων ποίησης και μιας νουβέλας. Είχε αποσπάσει πολλά βραβεία, ανάμεσα στα οποία το Νόμπελ Λογοτεχνίας (2020), το National Humanities Medal (2015), το βραβείο Pulitzer για τη συλλογή Η άγρια ίρις (1993), το National Book Award για την Πιστή και ενάρετη νύχτα (2014), το National Book Critics Circle Award για τη συλλογή Ο θρίαμβος του Αχιλλέα (1985), το Bollingen Prize for Poetry (2001), το Los Angeles Times Book Prize για τη συγκεντρωτική έκδοση Poems 1962–2012 (2012) και το βραβείο Wallace Stevens Award της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών (2008). Δίδαξε στα Πανεπιστήμια Yale και Stanford και έζησε στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης.

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.