Γράφει η Γεωργία Κωστοπούλου
Η Ελίζαμπεθ Γκάσκελ είναι κυρίως γνωστή για τα κοινωνικά της μυθιστορήματα, όμως το «Λόις η μάγισσα» αποκαλύπτει μια διαφορετική, σκοτεινότερη πλευρά της συγγραφικής της φωνής. Πρόκειται για μια σύντομη νουβέλα που συνδυάζει την ιστορική μυθοπλασία με το γοτθικό στοιχείο και αντλεί έμπνευση από τις διαβόητες δίκες των μαγισσών του Σάλεμ στα τέλη του 17ου αιώνα. Η πρόσφατη ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Οξύ, στη σειρά «Άπνευστι», δίνει την ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να γνωρίσει ένα έργο λιγότερο προβεβλημένο από τα γνωστά μυθιστορήματα της Γκάσκελ, αλλά εξίσου ουσιαστικό ως προς τα θέματα που πραγματεύεται.
Η ιστορία ακολουθεί τη δεκαοκτάχρονη Λόις Μπάρκλεϊ, μια νεαρή Αγγλίδα που, μετά τον θάνατο των γονιών της, αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα της και να ταξιδέψει στη Νέα Αγγλία, ώστε να ζήσει με τον μοναδικό συγγενή που της έχει απομείνει, τον θείο της, ο οποίος έχει ασπαστεί τον αυστηρό Πουριτανισμό. Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό ότι η Λόις δεν ανήκει πραγματικά σε αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι μόνο η διαφορετική θρησκευτική της ανατροφή που την καθιστά ξένη, αλλά και ο χαρακτήρας της. Η ευγένεια, η καλοσύνη και η διάθεσή της να κατανοήσει τους άλλους συγκρούονται με μια κοινωνία που αντιμετωπίζει κάθε τι διαφορετικό με φόβο και καχυποψία.
Αυτό που κάνει τη νουβέλα τόσο αποτελεσματική είναι ότι η Γκάσκελ δεν χτίζει την ένταση μέσα από υπερφυσικά φαινόμενα. Αντίθετα, ο πραγματικός τρόμος γεννιέται από τους ανθρώπους. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική ήδη από τις πρώτες σελίδες. Τα πυκνά δάση, η απομόνωση των οικισμών, η συνεχής απειλή από τον άγνωστο κόσμο που περιβάλλει τους αποίκους και η βαθιά θρησκευτική εμμονή δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η λογική υποχωρεί μπροστά στον φόβο. Η συγγραφέας δείχνει με εντυπωσιακή οξυδέρκεια πώς μια κοινωνία που ζει μέσα στην ανασφάλεια έχει ανάγκη να βρει έναν ένοχο, ακόμη κι αν αυτός είναι εντελώς αθώος.
Η Λόις είναι μια ηρωίδα που δύσκολα ξεχνά κανείς. Δεν είναι επαναστάτρια ούτε προσπαθεί να ανατρέψει το σύστημα γύρω της. Αντίθετα, προσπαθεί διαρκώς να προσαρμοστεί, να γίνει αποδεκτή και να αγαπήσει τους ανθρώπους που την περιβάλλουν, ακόμη κι όταν εκείνοι δεν της ανταποδίδουν την ίδια καλοσύνη. Αυτή ακριβώς η ανθρώπινη πλευρά της κάνει την τραγωδία της ακόμη πιο σπαρακτική. Η Γκάσκελ αποφεύγει να την εξιδανικεύσει. Η Λόις δεν είναι αλάνθαστη, αλλά παραμένει αξιοπρεπής και βαθιά ανθρώπινη σε κάθε δύσκολη στιγμή.
Εξίσου ενδιαφέροντες είναι και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Η οικογένεια που τη φιλοξενεί δεν παρουσιάζεται μονοδιάστατα ως «κακή». Κάθε μέλος της λειτουργεί ως έκφραση μιας διαφορετικής όψης της πουριτανικής κοινωνίας. Άλλοι κυριαρχούνται από τον θρησκευτικό φανατισμό, άλλοι από την ενοχή, άλλοι από την καταπιεσμένη επιθυμία ή τον φόβο της κοινωνικής κατακραυγής. Έτσι, η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αναδείξει έναν μοναδικό «κακό», αλλά να δείξει πώς ο συλλογικός φόβος μπορεί να μετατρέψει συνηθισμένους ανθρώπους σε φορείς ακραίας βίας.
Ένα από τα σημαντικότερα θέματα του βιβλίου είναι ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου. Η Γκάσκελ αναδεικνύει με αξιοθαύμαστη διαχρονικότητα πώς οι κοινωνίες, όταν βρίσκονται σε κρίση, συχνά αναζητούν κάποιον διαφορετικό για να φορτώσουν πάνω του τις αγωνίες και τις αποτυχίες τους. Η Λόις δεν διώκεται επειδή έκανε κάτι, αλλά επειδή είναι διαφορετική. Είναι ξένη, αγγλικανή, πιο ήπια στον τρόπο σκέψης της και δεν ακολουθεί απόλυτα τις αυστηρές νόρμες του περιβάλλοντός της. Η «μαγεία» λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα παρά ως πραγματική κατηγορία.
Παράλληλα, το έργο αποτελεί μια έντονη κριτική απέναντι στον θρησκευτικό φανατισμό. Η Γκάσκελ, χωρίς να επιτίθεται στην πίστη καθαυτή, διαχωρίζει ξεκάθαρα την προσωπική πίστη από την οργανωμένη μισαλλοδοξία. Εκεί όπου η θρησκεία μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου και φόβου, χάνει κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Το μήνυμα αυτό παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο, καθώς μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε μορφή ιδεολογικού ή κοινωνικού φανατισμού.
Αξίζει επίσης να σταθεί κανείς στον τρόπο γραφής της Γκάσκελ. Αν και πρόκειται για έργο του 19ου αιώνα, η αφήγηση διατηρεί έναν αξιοσημείωτο ρυθμό. Η γλώσσα είναι περιγραφική χωρίς να γίνεται κουραστική, ενώ η ένταση αυξάνεται σταδιακά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι το αναπόφευκτο φινάλε. Η συγγραφέας δεν βασίζεται σε εντυπωσιακές ανατροπές. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από νωρίς προς ποια κατεύθυνση οδηγούνται τα γεγονότα, αλλά εξακολουθεί να ελπίζει πως ίσως υπάρξει μια διαφορετική κατάληξη. Αυτή η συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στην ελπίδα και στην ιστορική αναπόφευκτη πραγματικότητα είναι που κάνει το τέλος τόσο συγκλονιστικό.
Η μικρή έκταση της νουβέλας λειτουργεί τελικά υπέρ της ιστορίας. Δεν υπάρχουν περιττές σκηνές ούτε αφηγηματικές παρεκβάσεις. Κάθε κεφάλαιο προσθέτει ένα ακόμη λιθαράκι στην αίσθηση της ασφυξίας που βιώνει η πρωταγωνίστρια, μέχρι τη στιγμή που η προκατάληψη και η συλλογική παράνοια γίνονται αδύνατο να ανακοπούν.
Το «Λόις η μάγισσα» δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται για το μυστήριο γύρω από τις μάγισσες. Είναι ένα βιβλίο για τον φόβο, την προκατάληψη, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και τη δύναμη της συλλογικής υστερίας να καταστρέφει αθώες ζωές. Παρά το γεγονός ότι γράφτηκε πριν από περισσότερο από ενάμιση αιώνα, η θεματική του παραμένει ανατριχιαστικά σύγχρονη. Η Γκάσκελ υπενθυμίζει ότι οι «μάγισσες» κάθε εποχής αλλάζουν όνομα, όμως ο μηχανισμός με τον οποίο δημιουργούνται παραμένει ο ίδιος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Elizabeth Gaskell (1810-1865), Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και ανθρωπίστρια, από τις πιο σημαντικές φωνές της βικτωριανής πεζογραφίας. Έγινε γνωστή για τα κοινωνικά της μυθιστορήματα, Μέρι Μπάρτον και Βόρεια και Νότια, όπου σκιαγραφεί με διεισδυτικότητα τις ταξικές εντάσεις και τη θ’έση της γυναίκας στην Αγγλία της Βιομηχανικής Επανάστασης. ΜΕ ύφος λιτό και συγκινητικό, έγραψε επίσης διηγήματα, νουβέλες και μια σπουδαία βιογραφία της Σαρλότ Μπροντέ. Το έργο της συνδυάζει ρεαλισμό, κοινωνική παρατήρηση και βαθιά ανθρώπινη κατανόηση.

